Αριστερές/Αναρχικές παρουσίες στο διαδίκτυο
Νέα αριστερών και αναρχικών συλλογικοτήτων, οργανώσεων, ομάδων από όλο το διαδίκτυο.
Feeds
94 στοιχεία σε 11 κατηγορίες.
Τελευταία Νέα
Για δύο και πάνω χρόνια κεντρικό πρόσωπο και θέμα των εξελίξεων στον ευρύτερο χώρο της αυτοπροσδιοριζόμενης ριζοσπαστικής αριστεράς, είναι ο Α. Αλαβάνος. Σε όλο αυτό το διάστημα υποδύθηκε όλους τους ρόλους, από την Ιφιγένεια μέχρι το Ροβινσώνα Κρούσο, ευαγγελιζόμενος την ενότητα και την αποτελεσματικότητα της αριστεράς, ως ο νέος προφήτης της. Άρκεσε όμως μια συνέντευξη του στην ΝΕΤ στις 7/9/2010 για να αποκαλυφθεί το συνολικό ιδεολογικό, πολιτικό αλλά και ηθικό πλαίσιο μέσα στο οποίο διεξάγεται ο διάλογος στους χώρους της αριστεράς! Για να αποκαλυφθεί το συνολικό ιδεολογικό, πολιτικό και ηθικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κινούνται και διαμορφώνουν τις αναφορές τους, οι μηχανισμοί υπολείμματα και παράγωγα της ήττας του εργατικού και λαϊκού κινήματος, στην οποία το οδήγησε η ίδια η αριστερά. Στην ερώτηση γιατί δεν αποδέχεται την πρόταση Τσίπρα να είναι υποψήφιος Δήμαρχος Αθήνας του ΣΥΡΙΖΑ απάντησε: «Είμαι 60 χρονών, παίρνω τα φάρμακα μου πώς να θέλω να είμαι Δήμαρχος Αθήνας!!!» Ο εξυπνακισμός, ο στρουθοκαμηλισμός, η συνειδητή πολιτική αφέλεια, η ιδιοτελής ανιδιοτέλεια, συναγωνίζονται στο περιεχόμενο της απάντησης! Τα πολιτικά φάρμακα όμως του κ. Αλαβάνου που τον καθιστούν άρρωστο και ανεπαρκή υποψήφιο Δήμαρχο, αλλά πλήρως υγιή αρχηγό και καθοδηγητή για περιφερειάρχη, έχουν αρκετά φανερές πολιτικές στοχεύσεις. Την ολοκληρωτική ανάπτυξη των διαλυτικών τάσεων και διεργασιών στο χώρο της ριζοσπαστικής αριστεράς στην οποία μάλιστα διεκδικεί το ρόλο του προφήτη. Την ματαίωση των διεργασιών μιας ευρύτερης συσπείρωσης των προοδευτικών δημοκρατικών αντινεοφιλελεύθερων και εθνικοανεξαρτησιακών δυνάμεων που αναδεικνύονται στη συγκυρία. Μέσα σε τέτοια πλαίσια πολιτεύτηκε και πολιτεύεται η αριστερά τόσο στις μεταξύ της σχέσεις , όσο και στις γραμμές του εργατικού και λαϊκού κινήματος, υποχρεώνοντας το συνεχώς και σταθερά σε ήττες. Οι μηχανισμοί της αριστεράς σε όλες τις εκφράσεις του μικροαστικού εκφυλισμού τους έδρασαν και δρουν από χρόνια σαν δεκανίκι και πολιτικές εφεδρείες του κυρίαρχου πολιτικού συστήματος. Χωρίς αυτό το ρόλο των μηχανισμών της αριστεράς, η ακραία νεοφιλελεύθερη στρατηγική Παπανδρέου με τη κατοχικού τύπου οικονομικοπολιτική κηδεμόνευση της χώρας και του λαού , όχι μόνο δεν θα συνιστούσε πολιτική ηγεμονία όπως είναι δυστυχώς σήμερα, αλλά τόσο αυτή όσο και ο ίδιος ο Παπανδρέου θα’ταν ιστορικό παρελθόν. Το μνημόνιο , η τρόικα, η ισοπέδωση της κοινωνικής ασφάλισης, η ανακήρυξη της εργασίας και της γνώσης σε εχθρούς της κοινωνίας είναι στρατηγική του Παπανδρέου. Γι αυτό ο λαός δεν έχει καμιά αμφιβολία. Το ερώτημα που απευθύνεται στη λεγόμενη αριστερά είναι αν θα μπορούσε να αποκρουστεί αυτή η στρατηγική, να υπάρξει άλλη διέξοδος η έστω να αναχαιτιστεί σε κάποιο κύριο μέτωπο της. Τι έκανε και ποια είναι η θέση της αριστεράς γι αυτό; Στις μεγάλες κρίσεις δοκιμάζονται ολόπλευρα όλοι! Στη σημερινή καθολική κρίση του κεφαλαίου δοκιμάστηκε και δοκιμάζεται η αριστερά. Αυτό που προκύπτει από αυτή τη δοκιμασία, είναι ότι η λεγόμενη αριστερά δεν μπορεί ούτε να ενωθεί , ούτε να ανασυνταχθεί, ούτε να επανιδρυθεί με θολούς ορίζοντες. Η μετα- Οκτωβριανή αριστερά με τεράστιες θυσίες, αγώνες, μόχθο ,ιδρώτα και αίμα εκατομμυρίων ανθρώπων με όραμα τη νέα κοινωνία, διέγραψε τον ιστορικό της κύκλο με όρια τη Ρωσία του Πούτιν και τη Κίνα Τένγκ Σιάο Πίνγκ. Τα πολιτικά υποκείμενα του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού απαιτούν ουσιαστικά νέα θεωρητική θεμελίωση στις αρχές του μαρξισμού και του διαλεκτικού υλισμού. Μιχάλης Βασιλάκης Γραμματέας του ΕΑΜ
Η τεχνική εταιρία 4ης Τάξης της Θεσσαλονίκης «Ι. ΠΑΠΑΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ ΑΤΕ», από κοινού με την θυγατρική της «ΛΙΑΧΤΙΔΑ ΑΤΕΒΕ» (3ης Τάξης), και η ΑΔΡΑΝΗ ΥΛΙΚΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, παραβιάζοντας κατάφωρα τις προστατευτικές διατάξεις της συνδικαλιστικής νομοθεσίας (Νόμος 1264 / 1982), εξήγγειλε την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την απόλυση του Ανέστη Ταρπάγκου, μισθωτού τεχνικού της επιχείρησης επί μια πενταετία 2005 – 10 (τοπογράφου, επιμετρητή, κατασκευαστή). Η ίδια εργοληπτική εταιρία είχε επιχειρήσει να προχωρήσει στην απόλυσή του πριν μια τριετία, με αφορμή το γεγονός ότι είχε θέσει συνδικαλιστικά την διεκδίκηση του 8ωρου-5μερου-40ωρου (έναντι του εφαρμοζόμενου 10ωρου-6μερου-60ωρου) και της αύξησης των εργατικών αποδοχών, ωστόσο όμως αυτή η ενέργεια είχε αποτραπεί λόγω της συνδικαλιστικής προστασίας του εργαζομένου (ήταν τότε μέλος της Διοίκησης του Πανελλαδικού Σωματείου Μισθωτών Τεχνικών). Στη σημερινή συγκυρία η εργοδοσία της επιχείρησης προχωρεί στην απόλυση επικαλούμενη την «οικονομική κρίση» και την «κάμψη των υδραυλικών έργων», αστικών αναπλάσεων κλπ. που αναλαμβάνει, τη στιγμή που η αιτία εντοπίζεται στην έντονη συνδικαλιστική δραστηριότητα του εργαζόμενου σ΄όλη την προηγούμενη περίοδο, ενώ από την άλλη πλευρά ο όμιλος εταιριών του Ι. Παπαηλιόπουλου εμφανίζει μια σχετική καπιταλιστική ανάπτυξη και δεν θίγεται καίρια από τις όποιες συνέπειες της σύγχρονης καπιταλιστικής κρίσης. Συγκεκριμένα ο όμιλος εταιριών του Ι. Παπαηλιόπουλου βρίσκεται σε τροχιά οικονομικής ισχύος και ταυτόχρονα καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης. Η εργοληπτική επιχείρηση «Ι. ΠΑΠΑΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ ΑΤΕ», από κοινού με την θυγατρική της «ΛΙΑΧΤΙΔΑ ΑΤΕΒΕ», εκτελεί στις τρέχουσες συνθήκες ένα σημαντικό σύνολο υδραυλικών και άλλων έργων, των οποίων ο συνολικός προϋπολογισμός ανέρχεται σε πάνω από 15 εκατομύρια  ευρώ, τεχνικό αντικείμενο σημαντικό για εταιρίες 3ης και 4ης Τάξης. Έτσι εκτελεί τεχνικά έργα, μεταξύ των οποίων ενδεικτικά : Κατασκευή δικτύου ομβρίων και ασφαλτοστρώσεων Ν. Μηχανιώνας Θεσσαλονίκης προϋπολογισμού 1,5 εκατομυρίου ευρώ. Κλίνες υποδοχής αφυδατωμένης ασβεστοποιημένης ιλύος για την επεξεργασία λυμάτων Θεσσαλονίκης (ΕΕΛΘ) προϋπολογισμού 1.1 εκατομυρίου ευρώ. Καθαρισμός εγκαταστάσεων των αντλιοστασίων αποχέτευσης Θεσσαλονίκης, προϋπολογισμού 1 εκατομυρίου ευρώ. Αναβάθμιση δικτύου ύδρευσης Δήμου Σπάτων Αττικής, προϋπολογισμού 2.8 εκατομυρίων ευρώ. Επείγοντα έργα ύδρευσης Β΄ Φάσης του Πολεοδομικού Συγκροτήματος Θεσσαλονίκης, προϋπολογισμού 1 εκατομυρίου ευρώ. Κατασκευή χαλύβδινου αγωγού ύδρευσης μήκους 4,2 χλμ. στον  Δήμο Μίκρας προϋπολογισμού 1.1 εκατομυρίου ευρώ. Κατασκευή υδραυλικών δικτύων συνοικισμών πόλεων Ιωαννίνων, Ηγουμενίτσας και Πρέβεζας προϋπολογισμού άνω των 10 εκατομυρίων ευρώ. Παράλληλα η «Ι. ΠΑΠΑΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ ΑΤΕ», σε σύμπραξη με την γαλλική Degremont , θυγατρική της μεγάλης πολυεθνικής του νερού Suez, έχει κατορθώσει και ανέλαβε την ιδιωτική διαχείριση της λειτουργίας τόσο του Διυλιστηρίου Νερού όσο και του Βιολογικού Καθαρισμού Θεσσαλονίκης από την ΕΥΑΘ, ήδη από την προηγούμενη περίοδο της γνωστής Διοίκησης Σκόδρα, που είχε προκαλέσει τις εντονότατες αντιδράσεις των σωματείων ύδρευσης και αποχέτευσης της ΕΥΑΘ. Τέλος η τεχνική αυτή εταιρία έχει εγκαταστήσει και λειτουργεί υπερσύγχρονο μεγάλο σπαστήρα και επιχείρηση «ΑΔΡΑΝΗ ΥΛΙΚΑ ΑΕ» στην ΒΙΠΕ της Σίνδου Θεσσαλονίκης, για την ανακύκλωση αδρανών υλικών, και προετοιμάζει αντίστοιχη βιομηχανική εγκατάσταση στο Λεκανοπέδιο Αττικής. Όλα αυτά καταδεικνύουν την πλήρη καπιταλιστική θέση του ομίλου εταιριών του Ι. Παπαηλιόπουλου στην Θεσσαλονίκη και στην Αττική, και σε καμία περίπτωση δεν καταμαρτυρούν την οποιαδήποτε καθοδική πορεία του. Ωστόσο χρησιμοποιώντας προσχηματικά την «οικονομική κρίση» προχώρησε στη διάρκεια του τελευταίου χρόνου σ’ ένα σύνολο μέτρων απαξίωσης της εργασίας του τεχνικού και εργατικού προσωπικού της επιχείρησης : Μειώσεις μισθών στους μισθωτούς τεχνικούς κατά 30%. – Απολύσεις συνεργείων υδραυλικών, οδηγών, χειριστών και εντατικοποίηση της απασχόλησης των υπολοίπων 60 εργαζομένων που απομένουν. – Συστηματικές καθυστερήσεις πληρωμών για το σύνολο των εργαζομένων των εταιριών του ομίλου και χρησιμοποίηση της μισθοδοσίας τους για την κάλυψη εγγυητικών επιστολών των έργων που έχει αναλάβει (δηλαδή για την χρηματοδότηση των επιχειρηματικών του δραστηριοτήτων) κ.ά. Απέναντι σ’ αυτά τα μέτρα απαξίωσης της μισθωτής εργασίας, ο συγκεκριμένος μισθωτός τεχνικός, ως συνδικαλιστικό στέλεχος του Σωματείου Μισθωτών Τεχνικών Μακεδονίας, στην ίδρυση του οποίου πρωτοστάτησε με άλλους μισθωτούς τεχνικούς την τελευταία χρονιά (όντας μέλος της Προσωρινής του Διοίκησης), ανέπτυξε όλο το τελευταίο διάστημα μια συστηματική παρέμβαση στην επιχείρηση που περιλάμβανε : Διαμοιρασμό των προκηρύξεων του Σωματείου Μισθωτών Τεχνικών στα εργοτάξια. – Προσφυγή στην Επιθεώρηση Εργασίας για τις καθυστερήσεις των πληρωμών και τις περικοπές των αποδοχών. -  Αποστολή εξωδίκων στην εταιρία γι’ αυτά τα κρίσιμα για τους εργαζόμενους ζητήματα – Κινητοποίηση των εργαζομένων στις πανελλαδικές απεργίες ενάντια στο Μνημόνιο και τους νόμους εφαρμογής του κλπ. Παράλληλα ολόκληρη την προηγούμενη διετία συμμετείχε στο όλο κίνημα για την αποτροπή της ιδιωτικοποίησης της ΕΥΑΘ καθώς και της ιδιωτικοποιημένης διαχείρισης του Διυλιστηρίου Νερού και του Βιολογικού Καθαρισμού της Θεσσαλονίκης (που τελικά ανέλαβε η «Ι. ΠΑΠΑΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ ΑΤΕ» σε σύμπραξη με τις γαλλικές εταιρίες εναλλασσόμενη με την ΕΛΛΑΚΤΩΡ και την ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ ΑΤΕ), σε συνεργασία με τα σωματεία ύδρευσης και αποχέτευσης της  ΕΥΑΘ,  πραγματοποιώντας και σχετικές δημοσιεύσεις. Τέλος, μέσα στο καλοκαίρι πρωτοστάτησε, από κοινού με το Σωματείο Μισθωτών Τεχνικών Μακεδονίας και εκπροσώπους των ταξικών δυνάμεων της Διοίκησης του ΕΚΘ, στην οργάνωση κινητοποίησης των εργαζομένων της εταιρίας για τις πληρωμές των μισθών, που η εργοδοσία της καθυστερεί επί ένα συνέχεια τρίμηνο. Ακριβώς προκειμένου να θέσει τέρμα σ’ αυτή τη συνδικαλιστική δραστηριότητα η εργοδοσία της τεχνικής επιχείρησης εξήγγειλε την απόλυση κατά τρόπο παράνομο και καταχρηστικό, εφόσον : Από τη μια πλευρά, ο εργαζόμενος είχε την συνδικαλιστική προστασία από απόλυση που προβλέπει ο συνδικαλιστικός νόμος 1264 / 1982. – Από την άλλη πλευρά, πραγματοποίησε την τεχνική του εργασία επί μια πενταετία σ’ ένα μεγάλο φάσμα έργων (ύδρευσης, αναπλάσεων, αποχέτευσης κλπ.) με συνέπεια και επάρκεια. – Τέλος, ο όμιλος εταιριών του Ι. Παπαηλιόπουλου δεν αντιμετωπίζει έλλειψη τεχνικού αντικειμένου, αλλά απεναντίας παρουσιάζει σημαντική ανάπτυξη και επέκταση. Μάλιστα η εργοδοσία προχώρησε αυτές τις ημέρες στην εκχώρηση των τοπογραφικών εργασιών των έργων που εκτελεί σε ιδιωτικά τεχνικά γραφεία (Θ. Πουλτουχίδη και Ζήση Νάστου) προκειμένου να εμφανιστεί ο μισθωτός τεχνικός χωρίς παραγωγικό αντικείμενο. Και βέβαια δεν πρόκειται για την πρώτη, αλλά για την πολλοστή φορά, που ο αυταρχισμός και η καταστολή της κατασκευαστικής εργοδοσίας, εκδηλώνεται κατ’ αυτό τον καταχρηστικό τρόπο, απέναντι στον συγκεκριμένη τεχνική συνδικαλιστική δραστηριότητα. Μόνον κατά την τελευταία δεκαετία εκδηλώθηκε κατ’ επανάληψιν, αποσκοπώντας στην συντριβή της συνδικαλιστικής δράσης στο εσωτερικό των τεχνικών εταιριών και εργοταξίων των μεγάλων έργων. Στην περίπτωση της ΒΙΟΤΕΡ (Βιομηχανικά Τεχνικά Έργα) στα 1999 – 2001 (κατασκευή της Εγνατίας Οδού στο τμήμα του Λαγκαδά), όπου είχε αναληφθεί η πρωτοβουλία για την ίδρυση επιχειρησιακού σωματείου από 50 εργαζόμενους, η επιχείρηση κατόρθωσε με την απειλή της απόλυσης να «πάρει πίσω» τις 40 ιδρυτικές υπογραφές και να ματαιώσει την δικαστική αναγνώριση του σωματείου. Έτσι έθεσε τότε τον Ανέστη Ταρπάγκο, που είχε κινηθεί για την ίδρυση της συνδικαλιστικής οργάνωσης, επί ένα εξάμηνο στο «ψυγείο» και στη συνέχεια τον απέλυσε. Κατόπιν, στα 2001-02, στα εργοτάξια κατασκευής της Εγνατίας Οδού στην Καστανιά, κατά την διάνοιξη των σηράγγων, και στην ΤΕΓΚ (Τεχνική Εταιρία Γενικών Κατασκευών), το συγκεκριμένο συνδικαλιστικό στέλεχος, ανέδειξε το μείζον ζήτημα της παράνομης υποχρεωτικής εφαρμογής του 10ωρου-6μερου-60ωρου, με σχετικές ερωτήσεις στη Βουλή (δια μέσου του ΚΚΕ και ΣΥΝ), και δημοσιεύματα στον αριστερό τύπο. Και σ’ αυτή την περίπτωση η εργοδοσία προχώρησε στην απόλυση, παρόλη την κινητοποίηση των ταξικών εργατικών δυνάμεων από την Κοζάνη και την Βέροια. Αντίστοιχη καταγράφηκε η περίπτωση στην τεχνική εταιρία ΞΑΝΘΑΚΗΣ ΑΤΕ (κατασκευή σιδηροδρομικών έργων) στα 2004, όπως και στην ΠΑΠΑΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ ΑΤΕ στα 2006. Σ’ όλες αυτές τις περιπτώσεις αντεργατικών διώξεων της τεχνικής εργοδοσίας, και στις αντίστοιχες δικαστικές κρίσεις των υποθέσεων, οι απολύσεις κρίθηκαν καταχρηστικές και παράνομες (αντίστοιχες αποφάσεις Πρωτοδικείου και Εφετείου Θεσσαλονίκης και Αθήνας). Και παράλληλα σ’ αυτά τα πλαίσια εκδηλώθηκαν ενεργές δράσεις υποστήριξης των ταξικών και ριζοσπαστικών συνδικαλιστικών δυνάμεων, ενώ απεναντίας οι πλειοψηφίες του συναινετικού συνδικαλισμού στα ΕΚ Θεσσαλονίκης και Κοζάνης επέδειξαν μια πλήρη αδράνεια,  είτε προκηρύσσοντας απεργίες που δεν πραγματοποίησαν (στην περίπτωση της ΤΕΓΚ στην Καστανιά), είτε ακόμη και υποστηρίζοντας τις πρακτικές της εργοδοσίας για την εφαρμογή του 10ωρου-6μερου-60ωρου (στην περίπτωση της ΒΙΟΤΕΡ στον Λαγκαδά). Η αποτροπή αυτής της παράνομης και καταχρηστικής απόλυσης είναι πλέον ζήτημα στοιχειώδους τιμής για το ταξικό εργατικό κίνημα, για τις  δυνάμεις του ελληνικού αριστερού κινήματος, για τις ριζοσπαστικές διανοητικές δυνάμεις. Φτάνει πια. Δεν πάει άλλο. Θεσσαλονίκη – Αύγουστος 2010 Στοιχεία εργοληπτικών εταιριών Ι. Παπαηλιόπουλου : «Ι. ΠΑΠΑΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ ΑΤΕ» – «ΛΙΑΧΤΙΔΑ ΑΤΕΒΕ» «ΑΔΡΑΝΗ ΥΛΙΚΑ»,  ΒΙΙΙΕ ΣΙΝΔΟΥ – Θεσσαλονίκη Τηλ. 2310-334855, Φαξ 2310-311078  ,  2310-312703 Email : ipapai@tee.gr Στοιχεία εργαζόμενου : ΑΝΕΣΤΗΣ ΤΑΡΠΑΓΚΟΣ Τηλ. : 6944-943085 Email : anestistarpagos@yahoo.com
ΟΧΙ ΣΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΕΚΦΑΣΙΣΜΟ ΤΟΥ ΠΑΡΑΣΙΤΙΚΟΥ ΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ- Δ.Ν.Τ. ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ Το νομοσχέδιο για τις μεταφορές της κυβέρνησης Παπανδρέου-Δ.Ν.Τ δεν αφορά ούτε το άνοιγμα δήθεν κλειστών επαγγελμάτων , ούτε τη μείωση κόστους των μεταφορών , ούτε το χτύπημα των κοινωνικών συντεχνιών που εμποδίζουν την δήθεν πράσινη ανάπτυξη. Είναι ένα νομοσχέδιο που ΔΗΜΕΥΕΙ άμεσα και χωρίς προσχήματα την επαγγελματική περιουσία χιλιάδων μικρομεσαίων εργαζόμενων για να την εκχωρήσει σε μερικά μεταφορικά μονοπώλια (που είναι οι πραγματικές και δολοφονικές χρηματιστηριακές συντεχνίες της κοινωνίας) τα οποία μέσω των νέων εργασιακών σχέσεων θα μεταφέρουν το κόστος μεταφοράς στην εργατική τάξη ληστεύοντας την κοινωνία της εργασίας . Η κυβέρνηση Παπανδρέου-Δ.Ν.Τ αποδεικνύεται από καιρό ήδη επικίνδυνη για τη δημοκρατία, την εθνική αυτοτέλεια και την κοινωνία. Κοινωνική της βάση είναι μόνο ο παρασιτισμός και οι μηχανισμοί οικονομικής διαφθοράς και τα στρώματα των golden boys της διαχείρισης του χρηματιστηριακού κεφαλαίου και οι υπάλληλοί τους των Μ.Μ.Ε. Η πολιτική της βάση κατά κύριο λόγο δεν είναι στο εσωτερικό της χώρας αλλά στους μηχανισμούς του Δ.Ν.Τ – Ε.Κ.Τ. – Ε.Ε. Η κυβέρνηση Παπανδρέου-Δ.Ν.Τ ανοίγει τον δρόμο σε ανοιχτό φασισμό και γι’αυτό καθίσταται άμεσα επικίνδυνη. Η συγκρότηση μιας προοδευτικής, δημοκρατικής, διεξόδου είναι επιτακτικά αναγκαία. Η προοδευτική, δημοκρατική, κυβέρνηση των εθνικοανεξαρτησιακών , αντινεοφιλελεύθερων , προοδευτικών δυνάμεων είναι εφικτή και δυνατή . Στηριγμένη στις λαϊκές δυνάμεις μπορεί να αντιμετωπίσει την κρίση ενάντια στην κατοχική δράση των Δ.Ν.Τ. – Ε.Κ.Τ. – Ε.Ε. Το κοινωνικοπολιτικό αυτό μέτωπο της προοδευτικής δημοκρατικής κυβέρνησης μπορεί να δρομολογήσει εξελίξεις που να αμφισβητήσει την κυβέρνηση Παπανδρέου – Δ.Ν.Τ. και να διεκδικήσει άμεσα την διαχείριση μιας προοδευτικής, δημοκρατικής, διεξόδου. Η αντίσταση των εργαζομένων στις μεταφορές ενάντια στην πολιτική επιστράτευση στη συγκυρία του κατοχικού ολοκληρωτισμού που εκφράζει η κυβέρνηση Παπανδρέου –Δ.Ν.Τ. είναι υπεράσπιση όχι μόνο επί μέρους συνδικαλιστικών δικαιωμάτων, αλλά συνολικά υπεράσπιση της δημοκρατίας. Εργατικό Αντιιμπεριαλιστικό Μέτωπο    ΕΑΜ
Δημήτρη, σου γράφουμε ένα μικρό αποχαιρετισμό , όχι γιατί συνηθίζεται, αλλά γιατί το’ χουμε ανάγκη. Μήπως ακούσουμε ξανά το μέτρο της φωνής σου, μήπως δούμε το χαμόγελο σου, μήπως βρούμε το κομμάτι που μας λείπει. Ο δικός σου θάνατος μας λιγοστεύει, περισσεύει η πίκρα στα μάτια μας και ο κόμπος στο λαιμό. Μας αρκεί να μιλήσουμε για σένα απλά, ήσουν άνθρωπος, ήσουν δάσκαλος πραγματικός, ήσουν ακριβός σύντροφος του Νίκου Τεμπονέρα, ήσουν ένας από μας, ένα κομμάτι που θα μας λείπει πάντα, ήσουν σεμνός μαχητής ακόμη και στη προσωπική σου μάχη που έδωσες με τη συντρόφισσα της ζωής σου Άντα και τα παιδιά σου. Σε αποχαιρετάμε με τους στίχους του ποιητή: «..Κοιμήσου πλάι σ’ όλους τους  συντρόφους που έφυγαν ανώνυμοι και σιωπηλοί…. ….Και με τα δυνατά σας χέρια μέσα από το χώμα θα υποβαστάζετε τον κόσμο..»(Τ. Λειβαδίτης) Τον κόσμο που ονειρευτήκαμε, ένα καινούργιο καθαρό ορίζοντα σύντροφε. Καλό σου ταξίδι. Ο.Μ.
Στην αριστερά κυριαρχούσε ανέκαθεν μια ιδιότυπη έπαρση. Για κάποιον περίεργο και μεταφυσικό λόγο θεωρείται ως δεδομένο από πολλούς ότι ο λαός, οι εργαζόμενοι, η εργατική τάξη έχουν απόλυτη ανάγκη την αριστερά Και μάλιστα ανεξάρτητα από την πραγματική κατάσταση της ίδιας της αριστεράς. Επομένως το κυρίαρχο ζήτημα είναι πρώτα να κάνει διάλογο η αριστερά, να τα βρει με τον εαυτό της και κατόπιν να αναλάβει τα ηνία του λαού, ο οποίος υποτίθεται ότι δεν τον απασχολεί τίποτε άλλο εκτός από το πότε και το πώς θα τεθεί επικεφαλής η αριστερά. Μέχρις όμως να γίνει κάτι τέτοιο θα πρέπει υπομονετικά να περιμένει πότε θα είναι έτοιμη η αριστερά για να ηγηθεί του αγώνα. Δυστυχώς αυτή την αντίληψη αποπνέει και η πρωτοβουλία που δημοσιοποιήθηκε αυτή την εβδομάδα με σκοπό τον διάλογο και την κοινή δράση της Αριστεράς. Το σκηνικό είναι γνώριμο από παλιά. Το έργο έχει παιχτεί πολλές φορές από την εποχή της «ενωμένης αριστεράς» του 1974, του πάλαι ποτέ ενιαίου συνασπισμού της δεκαετίας του ’80 και πάει λέγοντας μέχρι τις μέρες μας. Κάθε φορά που η ζωή και η ταξική πάλη επιτάσσει να στραφούμε στον κόσμο, στους απλούς εργαζόμενους, να οργανώσουμε τη μαζική πάλη τους, να βοηθήσουμε στο ξεκαθάρισμα των άμεσων στόχων και των αιτημάτων εκείνων που θα επιτρέψουν να γεννηθεί ένα αληθινό πλειοψηφικό κίνημα μέσα στο λαό και την εργατική τάξη, ορισμένοι αναζητούν καταφύγιο στο διάλογο της αριστεράς στη βάση του «όλοι αριστεροί είμαστε, προς τι το μίσος και ο αλληλοσπαραγμός». Έτσι η συγκεκριμένη πρωτοβουλία ενδιαφέρεται ιδιαίτερα να συζητήσει τα πάντα από την παγκόσμια καπιταλιστική κρίση και την σοσιαλιστική προοπτική έως την παύση πληρωμών και τη διαγραφή του χρέους, την εθνικοποίηση τραπεζών, αλλά και την υπεράσπιση των δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών. Και μέχρι να τα συζητήσει όλα αυτά και πολύ περισσότερο μέχρι να καταλήξει σε διεργασίες κοινής δράσης των δυνάμεων της αριστεράς, κάτι πρέπει να κάνουν και οι εργαζόμενοι. Τι; Χαρακίρι; Ή μήπως είναι καταδικασμένοι να ζουν μέσα στην απόγνωση μέχρις ότου, ως άλλος από μηχανής θεός, έρθει να τους σώσει η αριστερά; Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι είναι πολλοί στην αριστερά που – πίσω από τον όποιο αντικαπιταλιστικό βερμπαλισμό τους – τρέμουν το αίτημα της άρνησης του χρέους και της ρήξης που συνεπάγεται με τον «σκληρό πυρήνα» του κυρίαρχου συστήματος. Γνωρίζουμε επίσης ότι είναι πολλοί εκείνοι που θεωρούν αμάρτημα καθοσιώσεως ακόμη και το να τεθεί θέμα ευρώ ή ΕΕ. Γι’ αυτό άλλωστε και απουσιάζει ακόμη και ως θέμα συζήτησης της εν λόγω πρωτοβουλίας. Υπάρχει μόνο η γενική αναφορά για «αντιμετώπιση θεσμικών μορφών καπιταλιστικής ολοκλήρωσης», όπου πολύ βολικά μπορούν να χαθούν τα πάντα. Ενώ άλλοι προτιμούν να ξεφύγουν από την σκληρή πραγματικότητα με όνειρα για τις Ενωμένες Σοσιαλιστικές Πολιτείες της Ευρώπης. Δικαίωμά τους. Γιατί όμως η συζήτηση θα πρέπει να πέσει σ’ αυτό το επίπεδο; Γιατί θα πρέπει να διεξαχθεί από μηδενική βάση και όχι στη βάση των άμεσων αιτημάτων του κινήματος; Και το ερώτημα που τίθεται είναι απλό: Μπορεί σήμερα να υπάρξει οποιαδήποτε κίνηση προς τα εμπρός, οποιαδήποτε προσπάθεια να αντιμετωπιστεί η επίθεση, αν δεν ξεκινά από τα ελάχιστα, δηλαδή από την άρνηση του χρέους και την έξοδο από το ευρώ με όλα τα συνοδευτικά μέτρα που έχουν διατυπωθεί και τεκμηριωθεί; Τι σόι συζήτηση ή διάλογος είναι αυτός που αντί να έχει ως αφετηρία του το πώς πρέπει αυτά τα άμεσα και επείγοντα αιτήματα να εξειδικευτούν και να προωθηθούν με όρους μαζικού κινήματος, τα θέτει υπό αμφισβήτηση; Τι εξυπηρετεί κάτι τέτοιο, εκτός από τη σύγχυση και τον αποπροσανατολισμό; Γιατί αυτός ο διάλογος θα πρέπει να νομιμοποιήσει ως αριστερές ή προοδευτικές εκείνες τις απόψεις που αντιπαλεύουν τα βασικά αυτά αιτήματα μέσα στο κίνημα; Μήπως γιατί μιλούν κι αυτές εξ ονόματος της αριστεράς και του σοσιαλισμού; Είναι κάτι τέτοιο επαρκές κριτήριο; Η περίοδος στην οποία βρισκόμαστε δεν είναι συνηθισμένη. Οι εξελίξεις είναι καταιγιστικές και αδυσώπητες. Δεν αφήνουν περιθώρια για γενικές αναζητήσεις στο χώρο της αριστεράς. Τα πράγματα είναι εξαιρετικά απλά. Ή θα κινητοποιηθεί η μεγάλη πλειοψηφία της εργατικής τάξης, των εργαζομένων, του λαού και της νεολαίας, ή θα ζήσουμε πρωτόγνωρες καταστάσεις κοινωνικής αποσύνθεσης και διάλυσης. Πώς όμως θα γίνει να κινητοποιηθεί η πλειοψηφία του λαού; Με εκκλήσεις για να βγει στο δρόμο και να ανατρέψει την κυβέρνηση και τα μέτρα; Αρκεί αυτό, ή αποτελεί ένα βολικό άλλοθι για να χρεωθεί στου ίδιους τους εργαζόμενους η ήττα σύμφωνα με το γνωστό «εμείς τα λέγαμε, καλούσαμε τον κόσμο να ξεσηκωθεί, αλλά αυτός είναι βλάκας και δεν καταλαβαίνει.» Το ζητούμενο σήμερα δεν είναι η ενότητα της αριστεράς, ούτε ένα αριστερό μέτωπο, όπως κι αν το εννοεί κανείς, αλλά η ενότητα δράσης της πλειοψηφίας του λαού. Και η πλειοψηφία αυτή δεν βρίσκεται σήμερα στην αριστερά, ούτε καν έχει εμπιστοσύνη στην αριστερά. Όχι γιατί η αριστερά είναι διασπασμένη, αλλά γιατί δεν απαντά στα άμεσα προβλήματά του με τρόπο πειστικό και ρεαλιστικό από τη σκοπιά των συμφερόντων του. Γι’ αυτό και η ενότητα δράσης του λαού δεν περνά αναγκαστικά μέσα από την κοινή δράση της αριστεράς, αλλά μέσα από ένα ενιαίο κοινωνικοπολιτικό μέτωπο των ίδιων των εργαζομένων. Κι αυτό απαιτεί μια εντελώς διαφορετική ενότητα. Όχι μια ενότητα για την ενότητα, αλλά μια ενότητα ανοικτή σε όλους, σε όλες τις δυνάμεις του λαού, που αποδέχονται την κοινή δράση ενάντια στον κοινό εχθρό στη βάση των πιο άμεσων και ζωτικών αιτημάτων για την επιβίωση των εργαζομένων και της χώρας. Για να κατακτηθεί μια τέτοια ενότητα στην πράξη πρέπει πρώτα να χωρίσουμε για να ενωθούμε. Όχι για να ενωθούμε μεταξύ μας, αλλά για να ενωθούμε πρώτα και κύρια με τον απλό κόσμο. Και πρέπει πρώτα να χωρίσουμε με όλους εκείνους που μπορεί να φωνάζουν πιο δυνατά απ’ όλους ενάντια στην κυβέρνηση, τα μέτρα, το ΔΝΤ, το μνημόνιο, αλλά δεν τολμούν να απαντήσουν ανοιχτά και ξεκάθαρα – από τη σκοπιά των συμφερόντων των εργαζομένων και του λαού – τι πρέπει να κάνουμε με το χρέος και με το ευρώ. Αυτό το ενιαίο μέτωπο της πλειοψηφίας των εργαζομένων δεν μπορεί να το εκφράσει κανένα σχέδιο της «παναριστεράς», όσο ριζοσπαστικό κι αν εμφανίζεται στα λόγια, όπως άλλωστε δεν το εξέφρασε ποτέ έως τώρα. Όσοι συναρπάζονται με τέτοια εγκεφαλικά σχέδια αρνούνται ή αδυνατούν να κατανοήσουν ότι η αριστερά έχει μόνο ένα χρέος: να φανεί χρήσιμη στον αγώνα που διεξάγει σήμερα η εργατική τάξη και γενικά ο λαός για την επιβίωση του. Αν δεν μπορεί να το κάνει αυτό οφείλει να καταλήξει στο σκουπιδοτενεκέ της ιστορίας. Υπάρχει αριστερά σήμερα που μπορεί και πρέπει να πρωτοστατήσει σ’ ένα τέτοιο ενιαίο μέτωπο; Ναι υπάρχει. Δεν θα την βρείτε στις ηγεσίες και τους μηχανισμούς των κομμάτων της, ούτε στους διαλόγους των «επωνύμων» επί παντός επιστητού. Θα την βρείτε να αναπτύσσεται ραγδαία μέσα στους χώρους δουλειάς και τις γειτονιές, εκεί όπου αρχίζουν να ξεπετάγονται για πρώτη φορά τα έμβρυα μιας αυθεντικής λαϊκής οργάνωσης, μέσα από επιτροπές και πρωτοβουλίες μέχρι χθες ανένταχτων, αλλά και ενταγμένων, που ψάχνουν να βρουν τρόπους κοινής δράσης με τους γείτονες και τους συναδέλφους τους για να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά τα πιο κρίσιμα και επείγοντα προβλήματα της περιόδου. Πρόκειται για μια κρίσιμη μάζα αγωνιστών που διατρέχει οριζόντια τα κόμματα και τις οργανώσεις της αριστεράς και ξέρει να θέτει τα πιο άμεσα αιτήματα της κοινής δράσης πάνω από τις γενικότερες ιδεολογικοπολιτικές διαφορές. Εκεί βρίσκεται η ελπίδα. Κι εκεί μόνο μπορεί να στηριχθεί μια αληθινή πολιτική πρωτοβουλία που δεν θα αναλώνεται με τα όποια κοινά σημεία της αριστεράς, αλλά θα θέτει ως άμεση και επείγουσα ανάγκη το ενιαίο μέτωπο των ίδιων των εργαζομένων, της μεγάλης πλειοψηφίας του λαού. Δημήτρης Καζάκης,  οικονομικός αναλυτής
Το πρόγραμμα των μέτρων σταθερότητας που εξήγγειλε η Κυβέρνηση Παπανδρέου συνοδεύτηκε (και προετοιμάστηκε) από ένα αντίστοιχο μπαράζ δημόσιων παρεμβάσεων από τη μεριά των «κέρβερων του συστήματος», που ανέλαβαν να εκλαϊκεύσουν στους «αδαείς» τη βασική ιδέα ότι τα μέτρα αποτελούν ένα μονόδρομο που επιβάλλεται από την απλή αριθμητική, αλλά και κάποιες άλλες ιδέες, πιο «τεχνικές»: όπως πχ ότι το συνεχώς διογκούμενο δημόσιο χρέος είναι άμεση συνέπεια των χρόνια ελλειμματικών ισοζυγιών εμπορικών συναλλαγών, και τελικά, της υποχώρησης της ανταγωνιστικότητας της εθνικής οικονομίας τα τελευταία χρόνια. Για τη θεραπεία αυτού ακριβώς του ελλείμματος ανταγωνιστικότητας της εθνικής οικονομίας κυβερνητικοί σύμβουλοι και ευρωπαίοι αναλυτές, και με δεδομένο ότι το κοινό νόμισμα εξ ορισμού αποκλείει τη δυνατότητα μιας νομισματικής υποτίμησης σαν αυτές  που είχαμε γνωρίσει στην προ ευρώ εποχή, δεν βλέπουν παρά μόνο μια δυνατότητα: την ονομαστική υποτίμηση των μισθών συνολικά, στο δημόσιο αλλά και στον ιδιωτικό τομέα. Θεωρούν δηλ. ότι η χαμηλή ανταγωνιστικότητα της ελληνικής  οικονομίας προέρχεται από το δυσανάλογα υψηλό κόστος της αμοιβής της εργασίας, και ότι η ανάγκη μιας δραστικής αναπροσαρμογής των μισθών δεν μπορεί να ικανοποιηθεί με άλλα μέσα, όπως πχ το πάγωμα των μισθών, που λόγω του χαμηλού πληθωρισμού κρίνονται σαν υπερβολικά ήπια. Οι απόψεις αυτές, στις οποίες συγκλίνουν οι ακραιφνείς νεοφιλελεύθεροι της ΕΚΤ με τους πιο μετριοπαθείς νεοκεϋνσιανούς, όπως ο (και σύμβουλος του Πρωθυπουργού) Τζ. Στίγκλιτς, παρουσιάζουν τη βίαιη περιστολή της αμοιβής της εργασίας ως το ισοδύναμο μέτρο προς την μη εφικτή σήμερα επιλογή της υποτίμησης του νομίσματος, αφού θεωρούν ότι ενεργοποιεί τους ίδιους μηχανισμούς (ανάλυση του κόστους παραγωγής, ανταγωνιστικότητα) και οδηγεί στα ίδια αποτελέσματα (μείωση ελλειμμάτων εμπορικών συναλλαγών, κλπ). Γι’ αυτό το λόγο το μέτρο αυτό παρουσιάστηκε από τους υποστηρικτές του ως «εσωτερική υποτίμηση». Η ανάλυση που ακολουθεί σκοπεύει να φωτίσει αυτό ακριβώς το ερώτημα και να δείξει ότι  και σ’ αυτό το σημείο οι απολογητές του συστήματος, εσκεμμένα ή όχι, συσκοτίζουν την πραγματικότητα και συγκαλύπτουν, όσο αυτό είναι δυνατόν, μια πολιτική με έντονα ταξικά χαρακτηριστικά. Η υποτίμηση του εθνικού νομίσματος Για να αποκαλυφθεί η διαφορά μεταξύ υποτίμησης του εθνικού νομίσματος και της «εσωτερικής υποτίμησης», θα πρέπει αρχικά να θυμίσουμε τα βασικά στοιχεία της πρώτης επιλογής. Η υποτίμηση του εθνικού νομίσματος είναι το κυριότερο μέσο που έχει στη διάθεσή της η κυβέρνηση μιας χώρας της οποίας η μέση παραγωγικότητα της εργασίας υστερεί σε σχέση με τις κυριότερες χώρες με τις οποίες διατηρεί σημαντικές εμπορικές συναλλαγές, προκειμένου να ισοσκελίσει, ή έστω να μετριάσει το άνοιγμα του ισοζυγίου των εμπορικών της συναλλαγών, που προκύπτει ως αποτέλεσμα αυτής ακριβώς της υστέρησης της μέσης παραγωγικότητας της εργασίας. Υπό μια άλλη έννοια, η υποτίμηση του νομίσματος δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια διορθωτική κίνηση, που αποκαθιστά την πραγματική ισοδυναμία μεταξύ δυο εθνικών νομισμάτων, ισοδυναμία που διαταράσσεται εξ αιτίας των ισχυρότερων πληθωριστικών πιέσεων που δέχεται το νόμισμα της ασθενέστερης οικονομίας: Όταν η συναλλαγματική ισοτιμία μεταξύ δύο εθνικών νομισμάτων διατηρείται διοικητικά σταθερή, στην ουσία το εθνικό νόμισμα της οικονομίας με τον υψηλότερο πληθωρισμό ανατιμάται σε σχέση με το νόμισμα της δεύτερης οικονομίας κατά ένα ποσοστό ίσο με τη διαφορά του πληθωρισμού μεταξύ των δύο εθνικών οικονομιών.  Με τη σειρά της, η διαφορά αυτή ανάγεται τελικά στη διαφορά της  μέσης παραγωγικότητας της εργασίας της ασθενέστερης οικονομίας από αυτή των εμπορικών της εταίρων. Η διατήρηση μιας υπερτιμημένης ονομαστικής ισοδυναμίας μεταξύ του νομίσματος μιας «περιφερειακής» οικονομίας και ενός διεθνούς νομίσματος όπως πχ το δολάριο, δεν μπορεί παρά να είναι παροδική, αφού μακροπρόθεσμα η μεταξύ τους ισοδυναμία είναι υποχρεωμένη να παρακολουθεί τη μεταβολή της «πραγματικής» ισοδυναμίας μεταξύ των δύο νομισμάτων. Βεβαίως, η υποτίμηση του εθνικού νομίσματος δεν είναι απαλλαγμένη αρνητικών παρενεργειών για τη δεδομένη εθνική οικονομία και τους «κοινωνικούς εταίρους της»: Κατ’ αρχήν, ενώ οι συνθήκες πώλησης του εγχώρια παραγόμενου προϊόντος δεν μεταβάλλονται με την υποτίμηση του νομίσματος, η πώλησή του στο εξωτερικό (εφ΄ όσον οι τιμές πώλησης εκφρασμένες σε εθνικό νόμισμα δεν έχουν κανένα λόγο να αλλάξουν) αποφέρει, για την ίδια ποσότητα προϊόντος μια μικρότερη ποσότητα συναλλάγματος. Παράλληλα, οι τιμές όλων των εισαγόμενων εμπορευμάτων, εκφραζόμενες σε εθνικό νόμισμα (και αυτό το νόμισμα έχουν στη διάθεσή τους οι μισθωτοί της δεδομένης οικονομίας), θα αυξάνονται σε ένα ποσοστό χοντρικά ίσο με το ποσοστό της υποτίμησης. Σε ένα μικρότερο ποσοστό θα αυξάνονται και οι τιμές των εγχώριων προϊόντων, στο βαθμό που για την παραγωγή τους χρησιμοποιούνται μέσα παραγωγής, πρώτες και βοηθητικές ύλες, ενέργεια, κλπ, που προέρχονται από το εξωτερικό, και που για την προμήθειά τους δαπανήθηκε συνάλλαγμα, κοκ. Αυτό που ωστόσο έχει σημασία εν προκειμένω είναι ότι παρά το γεγονός ότι μέσω της υποτίμησης αυξάνεται η τιμή των εισαγόμενων μισθιακών εμπορευμάτων σε ποσοστό ίσο με αυτό της υποτίμησης και, σε μικρότερο ποσοστό, των περισσότερων από τα εγχώρια εμπορεύματα,  ενώ δηλ. μέσω της υποτίμησης του εθνικού νομίσματος προκύπτει πάντα μια – παροδική ή και μόνιμη, και πάντως καθόλου αμελητέα – υποβάθμιση της αγοραστικής δύναμης των μισθών, τουλάχιστον στις χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού, οι αποφάσεις υποτίμησης του εθνικού νομίσματος σχεδόν ποτέ δεν  συνοδεύονται από τις  κοινωνικές διαμαρτυρίες και τους εργατικούς αγώνες που γνωρίζουμε από άλλες ιστορικές στιγμές. [1] Ο βασικότερος λόγος για τον οποίο οι υποτιμήσεις νομίσματος στον αναπτυγμένο καπιταλιστικό κόσμο δεν συνοδεύεται από σοβαρές κοινωνικές διαμαρτυρίες, παρότι εκ των πραγμάτων οι πολιτικές αυτές αποφάσεις θίγουν την αγοραστική δύναμη των μισθών, βρίσκεται στο γεγονός ότι οι υποτιμήσεις νομίσματος δεν μεταβάλλουν την κατανομή του παραγόμενου προϊόντος (για την ακρίβεια: της εγχώριας προστιθέμενης αξίας) μεταξύ μισθωτών και επιχειρήσεων. Υπό μια έννοια, οι υποτιμήσεις νομίσματος συνιστούν ένα είδος κοινωνικού συμβολαίου μεταξύ μισθωτών και επιχειρήσεων, με το οποίο οι μεν μισθωτοί αποδέχονται μια ορισμένη μείωση της αγοραστικής δύναμης των αποδοχών τους λόγω της αύξησης της τιμής των εισαγόμενων μισθιακών αγαθών, κλπ, οι δε επιχειρήσεις αποδέχονται μια αντίστοιχη μείωση του μέσου ποσοστού κέρδους τους, λόγω του ότι, εκφραζόμενες σε εγχώριο νόμισμα, οι μεν δαπάνες τους για αγορά εισαγόμενων υλικών αυξάνονται, οι δε εισπράξεις ανά μονάδα προϊόντος που διαθέτουν στην εγχώρια ή τη διεθνή αγορά παραμένουν σταθερές. Οι «κοινωνικοί εταίροι» αποδέχονται μια υποχώρηση σε σχέση με τις προηγούμενες θέσεις τους, προσδοκώντας ότι αυτή θα αντισταθμιστεί από θετικές μεταβολές ποσότητας: οι μεν επιχειρήσεις θα έχουν τη δυνατότητα να αυξήσουν τις εξαγωγές τους, αφού τα προϊόντα τους θα είναι πιο ανταγωνιστικά, οι δε μισθωτοί θα διασφαλίσουν τις θέσεις εργασίας τους, θα δουν τα ποσοστά ανεργίας να μειώνονται, κλπ. Η «εσωτερική υποτίμηση» Στις συνθήκες του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος, οι χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, που κατά κανόνα υπολείπονται σε ανταγωνιστικότητα των χωρών του Ευρωπαϊκού Βορρά, δεν διαθέτουν το εργαλείο της νομισματικής υποτίμησης. Μετά από δέκα χρόνια κοινού νομίσματος, οι μεν εξαγωγές των χωρών του Νότου προς τις άλλες χώρες της Ένωσης συρρικνώνονται συνεχώς, οι εισαγωγές – βοηθούντων  και των χαμηλών επιτοκίων δανεισμού – μέχρι πρόσφατα πολλαπλασιάζονταν, και φυσικά τα εμπορικά ελλείμματα διευρύνονται[2]. Με τα δεδομένα αυτά, ακούγεται απόλυτα δικαιολογημένη η πρόταση της «εσωτερικής υποτίμησης», η πρόταση δηλ. που μιλάει για την ανάγκη αναπροσαρμογής των επιπέδων των μισθών σε αισθητά χαμηλότερα επίπεδα, ως βασική προϋπόθεση για την ανάκτηση της χαμένης ανταγωνιστικότητας της εγχώριας παραγωγής, αλλά και ως το πρακτικό ισοδύναμο της νομισματικής υποτίμησης σε συνθήκες κοινού νομίσματος. Είναι όμως έτσι τα πράγματα; Ας το ξεκαθαρίσουμε εξ αρχής: Για να είναι η εσωτερική υποτίμηση ισοδύναμη με τις νομισματικές υποτιμήσεις που γνωρίσαμε την εποχή της δραχμής, για να μην διαταράξει δηλ. την κατανομή της εγχώριας προστιθέμενης αξίας μεταξύ μισθωτών και επιχειρήσεων, όπως εξηγήθηκε στα προηγούμενα, πρέπει να καλυφθεί μια απαίτηση: θα πρέπει η μείωση των μισθών να συνοδευτεί από μια ανάλογη πτώση των τιμών της εγχώριας παραγωγής, ανάλογη δηλ. με το ποσοστό εγχώριας εργασίας που ενσωματώνεται στην παραγωγή των αγαθών αυτών. Η μείωση των τιμών πρέπει να είναι τέτοια ώστε τελικά ένας μισθωτός να μπορεί με το νέο, μειωμένο μισθό του να αγοράσει την ίδια ποσότητα εγχώρια προστιθέμενης αξίας όπως και πριν. Στο κάτω – κάτω, μόνο έτσι η μείωση των μισθών μπορεί να οδηγεί σε μια άμεση βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της εγχώριας παραγωγής, αν αυτός είναι πράγματι ο στόχος της βίαιης δια νόμου συρρίκνωσης των αμοιβών των μισθωτών στο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα της οικονομίας. Κέρδη και ανταγωνιστικότητα Είναι μια τέτοια εξέλιξη συμβατή με τη λογική των εισηγητών της ιδέας της «εσωτερικής υποτίμησης», και κυρίως με τη λογική των πραγμάτων; Η απάντηση νομίζω ότι είναι σαφής: Παρ’ όλον ότι η εσωτερική υποτίμηση θεωρητικά δεν αποκλείει την αντίστοιχη μείωση των τιμών, δεν υπάρχει τίποτα που να μας κάνει να πιθανολογούμε ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Αντίθετα, όλες οι ανάλογες προηγούμενες εμπειρίες νεοφιλελεύθερης καθήλωσης των μισθών (διετές πρόγραμμα σταθεροποίησης Σημίτη 1985-87, τριετία Μητσοτάκη 1991-93), που σε συνθήκες υψηλού πληθωρισμού ισοδυναμούσαν με ισχυρή μείωση της αγοραστικής δύναμης των μισθωτών, εύκολα μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι δεν χαρακτηρίζονταν από μια αντίστοιχη (σχετική) μείωση των τιμών των εγχώριων προϊόντων (ή από μια αύξησή τους αισθητά χαμηλότερη του πληθωρισμού). Διαπιστώνουμε δηλ. ότι η μείωση της αγοραστικής δύναμης των μισθών απορροφήθηκε, και στις δύο προαναφερόμενες περιόδους, τουλάχιστον κατά το μεγαλύτερο μέρος της) από την αύξηση των κερδών, επιτρέποντας μόνο μια πενιχρή επιβράδυνση της αύξησης των τιμών λόγω πληθωρισμού. Το γεγονός αυτό επαληθεύεται από τις γνωστές μεταβολές του μεριδίου των μισθών αυτών των περιόδων, για τις οποίες καταγράφεται μια μείωση του ανωτέρω δείκτη κατά  4 εκατοστιαίες μονάδες για την περίοδο 1985-87 και κάπου 6 μονάδων για την περίοδο 1991-93[3]. Αξίζει εδώ να θυμίσουμε ότι η επίσημη αιτιολόγηση του προγράμματος σταθερότητας του 1985, από τον ίδιο τον τότε πρωθυπουργό ήταν η παροδική (όπως αποδείχτηκε) επιδείνωση εκείνη τη χρονιά του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών, που αυθαίρετα ερμηνεύτηκε ως απόρροια της χαμηλής ανταγωνιστικότητας των ελληνικών προϊόντων και του υψηλού κόστους της εργασίας[4]. Στην πραγματικότητα, επρόκειτο για τη γενέθλια πράξη ανάκλησης του «σοσιαλδημοκρατικού συμβολαίου» και την προσχώρηση της τότε πολιτικής εξουσίας στη λογική της απόλυτης προτεραιότητας των κερδών ως μοχλού της ανάπτυξης. Η περίοδος Μητσοτάκη χαρακτηρίστηκε από μια ακόμα πιο βίαιη ανακατανομή πλούτου υπέρ των κερδών, γιατί κατά την περίοδο εκείνη τα κέρδη απορρόφησαν όχι μόνο τη συρρίκνωση της αγοραστικής δύναμης των μισθών, αλλά και το σύνολο της βελτίωσης της παραγωγικότητας της εργασίας. Οι εργαζόμενοι, γνωρίζουν από την εμπειρία τους ότι η περίφημη εσωτερική υποτίμηση, η μείωση δηλ. των αποδοχών τους δεν οδηγεί ευθέως σε αντίστοιχες μειώσεις των τιμών των εγχώριων μισθιακών αγαθών, γνωρίζουν δηλ. ότι οι μειώσεις των αποδοχών τους απορροφούνται κατά το μεγαλύτερο μέρος τους από τις μικρές ή μεγαλύτερες αυξήσεις του περιθωρίου των κερδών. Η περίφημη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας μέσω της συγκράτησης των μισθών έχει μικρή μόνο σχέση με την πραγματικότητα.  Αυτό έγινε τη διετία 1985-87, επαναλήφθηκε την περίοδο της διακυβέρνησης Μητσοτάκη το 1991-93, και επιχειρείται σήμερα, με τα ίδια έωλα επιχειρήματα, για τρίτη φορά μέσα σε μια 25ετία. Οι εργαζόμενοι γνωρίζουν επομένως από την εμπειρία τους ότι η όποια «εσωτερική υποτίμηση» δεν έχει καμιά σχέση με τις νομισματικές υποτιμήσεις της εποχής της δραχμής και τα ιδιότυπα κοινωνικά συμβόλαια που αυτές εγκαθιστούσαν, γι’ αυτό και οι διαστάσεις της κοινωνικής διαμαρτυρίας που ήδη εκδηλώνεται και που αναμένεται να αναπτυχθεί στη διάρκεια της επόμενης διετίας είναι απρόβλεπτες. Υπάρχει ένα τελευταίο σημείο που πρέπει να διευκρινιστεί και που αφορά την ανταγωνιστικότητα. Είναι γεγονός ότι η ανταγωνιστικότητα δεν είναι κάποιο προπαγανδιστικό τρικ για την απόσπαση της συναίνεσης των λαϊκών τάξεων στα εκάστοτε προγράμματα λιτότητας, αλλά συνιστά μια απόλυτα  υπαρκτή συνθήκη που επηρεάζει αποφασιστικά την εξέλιξη των μακροοικονομικών μεγεθών μιας εθνικής οικονομίας. Όταν οι εισηγητές της εσωτερικής υποτίμησης μιλάνε για την ανάγκη μείωσης των εργατικών αμοιβών ως προϋπόθεση για την ανάταση της ανταγωνιστικότητας της εθνικής οικονομίας, παρ’ όλον ότι είναι κοινό μυστικό ότι οι μειώσεις των μισθών δεν πρόκειται να μεταφραστούν σε μειώσεις των τιμών, επομένως ότι οι μειώσεις των μισθών πρωτίστως χρηματοδοτούν τα κέρδη, δεν προσπαθούν συνειδητά να μας εξαπατήσουν. Τουλάχιστον όχι όλοι. Εδώ έχουμε μάλλον να κάνουμε με τη γνωστή νεοφιλελεύθερη εμμονή που βλέπει την ανταγωνιστικότητα να προκύπτει όχι ως αποτέλεσμα της μείωσης των τιμών σήμερα, αλλά μάλλον ως αποτέλεσμα των επενδύσεων για τη βελτίωση της παραγωγικότητας[5], που θα γίνουν σε βάθος χρόνου, και που θα χρηματοδοτηθούν από τα κέρδη του σήμερα. Υπ’ αυτή την έννοια, για τη νεοφιλελεύθερη λογική, η αέναη ανακατανομή του παραγόμενου πλούτου υπέρ των κερδών (και που από την ιστορία των τελευταίων 25 χρόνων φαίνεται ότι ποτέ δεν είναι επαρκής για τις ανάγκες του σύγχρονου καπιταλισμού) αποτελεί προϋπόθεση για μια …μελλοντική στιγμή δικαιότερης κατανομής του πλούτου, δικαιότερης κατανομής των οφελών από τη βελτίωση της παραγωγικότητας της εργασίας, μια μελλοντική στιγμή που φαίνεται να μην έρχεται ποτέ[6]. Μέσα από την αποδόμηση αυτής της αντίφασης που είναι καταδικασμένος να διαχειρίζεται ο νεοφιλελεύθερος λόγος, αποκαλύπτεται νομίζω όλη η έκταση του ταξικού χαρακτήρα των προταγμάτων του. Και η κρίση; Τα όσα προηγήθηκαν δεν θα πρέπει να ερμηνευτούν ως μια διηνεκής αδηφάγος τάση του κεφαλαίου να περιορίσει την αμοιβή της εργασίας στο όριο της εξαθλιωμένης επιβίωσης. Έχουμε να κάνουμε με κάτι πολύ πιο συγκεκριμένο: το νεοφιλελεύθερο πλαίσιο διαχείρισης της εργασίας γενικά, αλλά και ειδικότερα τη νεοφιλελεύθερη διαχείριση της σημερινής παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης: Έχουμε δηλ. το γεγονός ότι παρά τα τεράστια περιθώρια κέρδους που δημιούργησε η επίθεση στα εργασιακά δικαιώματα και τους μισθούς τα τελευταία 25 – 30 χρόνια, η ανάπτυξη των αντιφάσεων του νεοφιλελεύθερου μοντέλου οδήγησε στη γνωστή αδυναμία επικύρωσης των προεξοφλούμενων κερδών που εγκυμονεί κινδύνους κατάρρευσης για ολόκληρους κλάδους του διεθνοποιημένου κεφαλαίου, και πιο πρόσφατα, για τα δημόσια οικονομικά κρατών του αναπτυγμένου καπιταλισμού (Ελλάδα, Ισπανία, κά). Οι κίνδυνοι αυτοί, που δημιουργούν με τη σειρά τους νέους κινδύνους αποσταθεροποίησης όλου του συστήματος επιχειρείται σήμερα, για μια ακόμα φορά να αποσοβηθούν με την εκ νέου συμπίεση των εργατικών και μικροαστικών εισοδημάτων, με την πρακτική κατάργηση κάθε έννοιας κοινωνικού κράτους, και την έως τα άκρα ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων. Ταυτόχρονα, (και έχει ιδιαίτερη σημασία να τονιστεί αυτό), σε συνθήκες της πιο βαθιάς ύφεσης της ελληνικής οικονομίας, και σε συνθήκες μιας ακραίας κρίσης του δημόσιου χρέους, τα μέσα ποσοστά κέρδους των ελληνικών επιχειρήσεων συνεχίζουν να είναι από τα υψηλότερα στην Ευρώπη: Για το 2009, η αναλογία των εισοδημάτων ιδιοκτησίας (περιλαμβάνουν και την αυτοαπασχόληση) προς τις αμοιβές εργασίας (περιλαμβανομένου του συνόλου των ασφαλιστικών εισφορών) ανερχόταν σε 0,43, όταν στις περισσότερες από τις άλλες χώρες της ΕΕ των 15 βρισκόταν στην περιοχή 01-0.3, ενώ και ο μέσος όρος της Ευρωζώνης μόλις που φτάνει το 0.25[7]. Τα σχετικά υψηλά περιθώρια κέρδους με τα οποία δουλεύουν οι ελληνικές επιχειρήσεις είναι ίσως (μαζί με το ακριβό ευρώ) ένας σοβαρός λόγος που ερμηνεύει τη διολίσθηση της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών εξαγωγών, όχι όμως και η αύξηση των εργατικών αμοιβών που βρίσκεται σταθερά κάτω από το 40% της αντίστοιχης αύξησης του ΑΕΠ! Λέγεται συχνά ότι τα μέτρα του κυβερνητικού προγράμματος σταθεροποίησης που έχουν ήδη δρομολογηθεί, όπως και αυτά που θα ακολουθήσουν είναι μέτρα όχι μόνον άδικα (λες και δεν είναι αρκετή η αδικία τους προκειμένου να καταδικαστούν απερίφραστα),  αλλά και αναποτελεσματικά. Η αλήθεια είναι σαφώς σκληρότερη. Τα μέτρα αυτά, με την παρατεταμένη ύφεση που δημιουργούν, με τη δραστική μείωση της ιδιωτικής κατανάλωσης (περικοπή μισθών, περικοπή δυνατότητας δανεισμού των νοικοκυριών, κλπ), τη συρρίκνωση του παραγωγικού δυναμικού και των επενδύσεων  και την ανάλογη αύξηση της ανεργίας, οδηγούν τη χώρα σε μια μακροχρόνια περίοδο μαρασμού με πτωχεύσεις επιχειρήσεων, απαξίωση εργατικού δυναμικού, κλπ. Οι συνέπειες αυτές είναι οι μόνες σίγουρες από την πιστή εφαρμογή του προγράμματος σταθερότητας, ενώ ο έλεγχος του δημόσιου ελλείμματος και η ανάταξη των εξαγωγών λόγω χαμηλότερων τιμών των εγχωρίων  παραγόμενων προϊόντων παραμένει μια αβέβαιη και μακρινή (σε βάθος δεκαετίας) προοπτική. Ωστόσο, θα ήταν λάθος να προδικάσουμε αυτή την καταστροφική εξέλιξη. Η ιστορία δεν είναι κάποιο γήπεδο όπου οι κυρίαρχες κοινωνικές τάξεις παίζουν «χωρίς αντίπαλο». Οι αντιστάσεις που θα προβάλλουν οι λαϊκές τάξεις, ο κόσμος της εργασίας γενικά, στην πολιτική της μακροχρόνιας ύφεσης, η δυνατότητα της αριστεράς να απαλλαγεί από τις χρόνιες παθογένειες της και να πολιτικοποιήσει αυτές τις αντιστάσεις, προβάλλοντας το όραμα μιας εναλλακτικής κοινωνικής οργάνωσης, απέναντι στην καπιταλιστική βαρβαρότητα, θα βαρύνουν αποφασι
Η σημερινή φάση της καπιταλιστικής κρίσης εξελίσσεται ραγδαία και επικίνδυνα για τις κοινωνίες της Ν. Ευρώπης  και όλου του κόσμου. ‘Ένας ανεξέλεγκτος παγκόσμιος νομισματικός πόλεμος με υποκείμενο και αντικείμενο το νόμισμα οδηγό, δολάριο – ευρώ,  εξελίσσεται  στις χώρες της Ευρώπης. Τα συμφέροντα  γύρω από  το δολάριο, μαζί με την αγγλική στερλίνα, βρίσκονται σε μια διαρκή κατάσταση “αγάπης” και «μίσους» με  το Γερμανικό Ευρώ στη προσπάθεια όλων να δώσουν, αφαιρώντας   χώρο από τη κινέζικη  οντότητα, η οποία κινδυνεύει λιγότερο από τη κρίση λόγω και της ιδιομορφίας του κράτους της.  Η κρίση αναδεικνύεται  σαν μια από τις μεγαλύτερες καταγραμμένες στα παγκόσμια χρονικά (1870, 1929 , 2008). Στη πραγματικότητα όταν μιλάμε για κρίση , μιλάμε για 3 αλληλοκαλυπτόμενες και αλληλοτροφοδοτούμενες παραμέτρους. Α) Κρίση κεφαλαίου δηλ. υποαπασχόληση παραγωγικού κεφαλαίου και εγκαταστάσεων, μείωση κερδών. (περίπου 30% παραγωγικού κεφαλαίου είναι εκτός παραγωγής) Β) Δημοσιονομική κρίση , κρίση κρατικού χρέους και ελλειμμάτων. Γ) Κρίση στο επίπεδο της εργασίας(ανεργία-μείωση εισοδημάτων-διάλυση κοινωνικού κράτους. Το συνδικαλιστικό  κίνημα σαφέστατα , ενδιαφέρεται και αναφέρεται στη τρίτη παράμετρο  εφόσον  ξεκινώντας από αυτή μπορεί  να διεκδικήσει προοδευτική διέξοδο επηρεάζοντας  αποφασιστικά και τις άλλες δυο παραμέτρους. Το ιδιαίτερο όμως αυτής της κρίσης είναι η συσσώρευση και άλλων παραγόντων όπως η περιβαλλοντική κρίση, η κρίση στην ενέργεια, η κρίση τροφίμων & νερού. Πρόκειται επομένως για μια συστημική κρίση, πάνω και πέρα από την οικονομία, η οποία αν δεν μπορέσει το δημοκρατικό κίνημα να την ανατρέψει, θα δηλητηριάσει βαθύτατα κάθε πτυχή της κοινωνίας. «το μόνο κομμάτι του κράτους που ανήκει στο λαό είναι το εθνικό χρέος». Η τακτοποίηση των οικονομικών του κράτους για τις κυβερνήσεις –  & τη δική μας – είναι το φαινομενικά υπερταξικό εργαλείο προκειμένου να αποδοθούν τα βάρη  στον εργαζόμενο και να νομιμοποιηθούν στη συνείδηση της κοινωνίας οι ακραίες κάθε φορά παρεμβάσεις στα λεγόμενα κεκτημένα. Στην υπηρεσία αυτού του σκοπού καλείται να πάρει θέση  και ο κοινωνικός αυτοματισμός. Φυσικοί σύμμαχοι των κυβερνώντων προστρέχουν  τα ΜΜΕ και οι πληρωμένες πένες τους. Βοήθεια!!! οι τράπεζες… Μετά την αποκάλυψη της χρηματοοικονομικής κρίσης του 2008 οι κυβερνήσεις αποφάσισαν τη στήριξη των τραπεζών διαθέτοντας τεράστια ποσά. Αυτό γιατί οι τράπεζες στα πλαίσια του νεοφιλελευθερισμού είναι τα λειτουργικά κέντρα-παράκεντρα του. Η καρδιά και το αίμα του, (μόνο στις ΗΠΑ το 40% των κερδών «παράγονται» στις τράπεζες. 28 δις€ διέθεσε η Ελλάδα από τα οποία 7 δις ζεστό χρήμα. Με αυτό το ποσό το κράτος ήταν σε θέση να ελέγξει άμεσα τις κυριότερες τράπεζες (Εθνική, Άλφα, Γιούρομπανκ) παίρνοντας κοινές μετοχές έναντι των προνομιούχων που δεν συμμετέχουν στη διοίκηση. Προκρίθηκε όμως το νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα, το οποίο θεωρεί ιεροσυλία την ανάμιξη του κράτους στη διοίκηση επιχειρήσεων. Η κρίση τραπεζών αποσοβήθηκε σε βάρος των κρατών και των δημοσιονομικών τους. Αρκεί μόνο αυτό; Από μόνο του δεν  ήταν αρκετό να οδηγήσει με τέτοια ένταση  τα πράγματα στο σημείο που σήμερα βρισκόμαστε. Η συνολική  νεοφιλελεύθερη διαχείριση των τελευταίων 25 χρόνων Κυβερνήσεων και Ε.Ε. αντάμα, οδήγησαν σε κατάρρευση τα δημόσια οικονομικά. Μερικά στοιχεία Το 1980 το χρέος ήταν στο 20% του ΑΕΠ. Το 1990  στο 80% , το 1993 στο 120% και  σταθεροποιημένο σε ποσοστό 100-120 % έκτοτε. Αντίστοιχα ο φορολογικός συντελεστής το 1981 για τις επιχειρήσεις ήταν στο 40-45% για να βρεθεί στα 2001 στο 35%, το 2010 στο 25% με δέσμευση να πάει στο 20% τα επόμενα  5 χρόνια. Τα έσοδα του κρατικού προϋπολογισμού η κυβέρνηση της ΝΔ τα πήγε από 41% του ΑΕΠ  στο 34% ,ενώ αντίστοιχα τις δαπάνες στο 46% του ΑΕΠ και όλα αυτά χωρίς κοινωνικό αντίκρισμα, καθώς μεγάλο μέρος  ανταποκρινόταν σε δαπάνες για αστυνομία –στρατό-φρεγάτες-υποβρύχια, και αμαρτωλές συμβάσεις. Ο ελληνικός προϋπολογισμός για 30 περίπου χρόνια είναι ελλειμματικός.  Η νόμιμη φοροαπαλλαγή και η νόμιμη φοροδιαφυγή δίνουν και παίρνουν. Παράδειγμα: Έχουμε τεράστιο εμπορικό στόλο σε σχέση με τον πληθυσμό μας . Οι εφοπλιστές κατέχουν το 15% της παγκόσμιας χωρητικότητας και σε 2 κατηγορίες πλοίων (πετρελαιοφόρα – χύδην φορτίο) περίπου το 22%. ΟΜΩΣ πληρώνουν λιγότερο φόρο από όσο ένας μετανάστης προκειμένου να νομιμοποιηθεί. Έχουν 56 φοροαπαλλαγές. Μία από αυτές! Η επιστροφή ΦΠΑ στα προϊόντα που αγοράζουν από Ελλάδα! Η ίδια φοροαπαλλαγή ισχύει στα ιδιωτικά σχολεία, τα ιδιωτικά νοσοκομεία και τα …καζίνο!! Μόνο από την κατάργηση αυτού του μέτρου, θα είχαμε 5 δις € έσοδα. Όσα δηλ, παίρνει η κυβέρνηση με τα μέτρα της ενάντια στην εργασία. Δε θα φύγουν σε άλλες χώρες! Όσο για το αντεπιχείρημα πως το εφοπλιστικό κεφάλαιο θα μετανάστευε σε χώρες με χαμηλούς φορολογικούς συντελεστές, αυτό το έχει κάνει. Κάτι ξέρει η Κύπρος από αυτά. Η ανάγκη όμως να ελέγχει τον πρόεδρο στο Ι.Μ.Ο στα πλαίσια του ΟΗΕ δεν του επιτρέπουν να φύγει από Ελλάδα. Άρα πρόκειται για εξυπηρέτηση. Να’ ταν μόνο αυτό Μια τράπεζα φορολογείται λιγότερο από ένα μισθωτό των 2000 € το μήνα, καθώς τα κέρδη από χρηματιστηριακά προϊόντα και εργασίες ουσιαστικά δεν φορολογούνται. Μη ξεχάσουμε και τα άγια των αγίων. Καλά στην εκκλησία της χρωστάμε ακόμη τη κόκκινη μηλιά και την Αγιά Σοφία. Που να φορολογηθεί. Παρόλα αυτά τη 10ετία 1997-2007 είχαμε ανάπτυξη 4% κατά έτος. Άρα το ΑΕΠ αυξήθηκε 40-45%.  Αν το χρέος το 1997 ήταν στο 100% και δεν αυξανόταν σαν ποσότητα χρήματος το 2007 πρέπει να  ήταν στο 60% καθώς το ποσοστό χρέους είναι στον αριθμητή του κλάσματος (χρέος / ΑΕΠ). Έγινε κάτι τέτοιο; Θεός φυλάξει!! Οι γενναίες φοροαπαλλαγές στο Κεφάλαιο είναι από τις βασικές αιτίες αύξησης του χρέους. Όσο για την αυξημένη φοροδιαφυγή και εισφοροδιαφυγή! Πρόκειται για πολιτική επιλογή των κυβερνώντων διαχρονικά. Στην Ελλάδα έχουμε  διευρυμένα στρώματα μικρομεσαίων και ελευθεροεπαγγελματιών, (περίπου 800.000) που αποτελούν την εκλογική βάση αλλά και την ιδεολογική δύναμη των κομμάτων εξουσίας. Η ευνοϊκή μεταχείριση τους, ουσιαστικά η αναγκαστική διαφθορά τους από την εκάστοτε κυβέρνηση  μαζί με την παρασιτική  λειτουργία των εισπρακτικών μηχανισμών και λειτουργών (εφοριακοί-ΙΚΑ κτλ και αυτό πολιτική επιλογή) δρουν , ώστε να κυβερνούν ανενόχλητοι οι κρατούντες, να δημιουργούνται δεσμοί συμμαχίας μεσαίων μεγάλου κεφαλαίου, ώστε να καθυποτάζεται και ο εργαζόμενος. Η αριθμητική των φόρων Οι φόροι προέρχονται κατά 66% περίπου από τη κατανάλωση.(έμμεσοι φόροι). Αυτό και αν είναι βάσανο για τον μισθωτό. Οι άμεσοι φόροι, κατά 12% από μισθωτούς, κατά 10% από επιχειρήσεις και 12% από μικρομεσαίους. Το ΙΝΕ- ΓΣΣΕ σε σχετική μελέτη διαπιστώνει πως η φορολόγηση της εργασίας στην Ελλάδα είναι στο 35,5% έναντι 36,5% στην Ε.Ε. των 25 ενώ η φορολόγηση  κερδών στο 15,9%, έναντι 33% στην Ε.Ε. των 25. Οι άμεσοι φόροι στην Ελλάδα την ίδια χρονιά ήταν στο 7,7% ΑΕΠ έναντι του 12,2% στην Ε.Ε.των15. Ο νοών νοεί το. Σημαντική απόκλιση με υπεύθυνες τις κυβερνήσεις διαχρονικά. Αφού το ανώτερο εισοδηματικά στρώμα του 20%-30% που ελέγχει το 50% του ΑΕΠ δεν πληρώνει ανάλογους φόρους πως θα αυξηθούν τα έσοδα; Φταίνε οι μισθοί; Σε αντίθεση με το ευρέως διαδεδομένο -δεν παράγουμε τίποτα- η ανάπτυξη στην Ελλάδα είναι στο 95% περίπου της Ευρωζώνης με τους μισθούς στο 70% Ανοιγμένη ψαλίδα η οποία μεγαλώνει με τα τελευταία μέτρα. Βέβαια το 95% κρύβει τη πραγματικότητα καθώς  η ποιοτική  σύνθεση, η κοινωνική αποτελεσματικότητα δεν φαίνονται,δεν προσμετρώνται. Όσο για το αν φταίνε οι μισθοί δημοσίου, πέρα από την παρασιτική λειτουργία σημαντικού όγκου-επιτροπές- κτλ. που πάλι είναι επιλογή ενός πελατειακού συστήματος, το 2008 οι δαπάνες προσωπικού του δημοσίου ανήλθαν σε 11,5% ΑΕΠ έναντι 10,1% Ε.Ε.των 27. Άρα δεν είναι διογκωμένες όπως παπαγαλίζουν. Δανεισμός και τράπεζες . Ρέκβιεμ στο ιδιωτικό! Εντός της ευρωπαϊκής  Ένωσης,  οι κυβερνήσεις καλύπτουν τις διαφορές εσόδων εξόδων με δάνεια από ιδιωτικές τράπεζες. Να διευκρινίσουμε.  Η κεντρική ευρωπαϊκή τράπεζα είναι και αυτή ιδιωτική δηλ. ανεξέλεγκτη από αποφάσεις κοινοβουλίων. Στηρίζει βέβαια τις πολιτικές αποφάσεις της Ε.Ε. σύμφωνα πάντα με το νεοφιλελεύθερο δόγμα, και είναι ο σημαντικότερος ρυθμιστής της ρευστότητας του χρηματοοικονομικού τομέα.  Στο διοικητικό συμβούλιο της, μετέχουν οι διοικητές  των  κεντρικών τραπεζών των χωρών μελών, οι οποίες όντας ιδιωτικές  ελέγχονται από άγνωστα κεφάλαια.- Στη τράπεζα της Ελλάδας  μόνο 6,5% έχει  το Ελληνικό κράτος. Σύμφωνα  με το νεοφιλελεύθερο δόγμα, η κεντρική τράπεζα δανείζει μόνο ιδιωτικές  και μάλιστα με 1% έναντι κρατικών τίτλων, για να δανείσουν αυτές το κράτος με 5%! Νόμιμη τοκογλυφία. Σαν αντιστάθμισμα στα παραπάνω να αναφέρουμε ότι η Ιαπωνία με χρέος 200% ΑΕΠ , εκδίδοντας ομόλογα που αγοράζει η κεντρική τράπεζα της με επιτόκιο μέχρι 1% τα διαθέτει στο κοινό σαν λαϊκό ομόλογο και χρηματοδοτεί το χρέος της. Στην Ελλάδα  το ύψος των καταθέσεων είναι περίπου στα 300 δις € όσο δηλ. και το χρέος. Μπορούσε επομένως να επιδιωχθεί τέτοια ρύθμιση , παρόλο που και αυτή η λύση  θέλει συζήτηση. Μέσα η έξω από την ΟΝΕ και την Ε.Ε.; Να ξεκαθαρίσουμε πως κανένα από τα δύο δεν μπορούν να αποτελέσουν το άγιο δισκοπότηρο για το εργατικό κίνημα.  Κόκκινη γραμμή για εμάς, είναι η χρυσή τομή, η ακολουθούμενη διαδικασία μέσα από την οποία θα πάμε στην έξοδο από την κρίση προασπίζοντας τα συμφέροντα των εργαζομένων. Άλλωστε την απόφαση εισόδου στο € την επέβαλλαν οι τραπεζίτες… Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, οδήγησε στην αδυναμία άσκησης αυτόνομης οικονομικής πολιτικής ανατρέποντας τον υφιστάμενο  Ευρωπαϊκό καταμερισμό εργασίας   ωφελώντας τις περισσότερο ανεπτυγμένες  οικονομίες (όπως λέμε Γερμανία). Οι τράπεζες λοιπόν στην Ελλάδα ωφελήθηκαν…από τον καταμερισμό εντός της ζώνης. Δανείζοντας και δανειζόμενες  επεκτάθηκαν στη βαλκανική και στη Τουρκία την ίδια ώρα που η παραγωγική δομή μας άλλαζε μετατρέποντας την Ελλάδα σε χώρα  υπηρεσιών. Πάνω από 1900 υποκαταστήματα Ελληνικών τραπεζών είναι στη Βαλκανική καθώς στο τραπεζικό τομέα έπεσε ο κλήρος να προσαρμόσει στα νεοφιλελεύθερα πρότυπα τα καθεστώτα της Βαλκανικής. Τα τριάκοντα αργύρια! Η αποβιομηχάνιση, το κτύπημα της αγροτικής παραγωγής, πήγε πλάι- πλάι με τις επιδοτήσεις στους αγρότες για παραγωγή 4% του ΑΕΠ με χτύπημα παραδοσιακών καλλιεργειών καθώς και της κτηνοτροφίας,  παράλληλα με την προσπάθεια εξαγοράς των εργαζομένων στις λεγόμενες προβληματικές επιχειρήσεις μέσα από συνέδρια  και σχολές επανακατάρτισης που πλούτιζαν μαυραγορίτες. Διαδικασίες συνειδητής αλλοίωσης της συλλογικής συνείδησης, την ίδια ώρα που σήμερα την οδηγούν στην απόγνωση.  Όλα αυτά είναι τα 30 αργύρια έναντι της παραγωγικής αποδιάρθρωσης . Και φτάνουμε στο σήμερα. Σύμφωνα με τελευταία στοιχεία το 2010 το ΑΕΠ θα υποστεί μείωση έως 8%, ενώ το 2014 θα είναι 5% του 2009!! Το δημόσιο χρέος θα εκτιναχθεί στο 150-170% ΑΕΠ-2014 και οι τόκοι που θα πληρώνουμε θα αντιστοιχούν στο 7,2% -8% του ΑΕΠ, από 5% που είναι σήμερα. Στη θέση που ήμασταν το Φλεβάρη έρχονται οι Πορτογάλοι, οι Ισπανοί, σύντομα το σύνολο των χωρών. Με τα καινούργια δάνεια την επόμενη 5ετία πρέπει να πληρώσουμε 200 δις€. Αυτό όταν από το 2000-2009 δώσαμε σε τοκοχρεολύσια 300 δις για να χρωστάμε το 2010 πάλι 300 δις!! Για δε τον βραχυπρόθεσμο δανεισμό έχουμε δώσει άλλα 150 δις. Ο παραλογισμός στο μεγαλείο του. Ο εμπρηστής γίνεται πυροσβέστης; Στο γενικότερο κάδρο πρέπει να φωτιστούν αρκετά σημεία. Η διεθνής κρίση βρίσκει ανέτοιμες τις κυβερνήσεις , τα κόμματα , τα συνδικάτα . ΓΙΑΤI; Ίσως μια ακόμη εξήγηση Για αρκετά χρόνια και μέχρι το 1980 μπορούμε να ισχυριστούμε πως ο εργατικός μισθός, η παραγωγικότητα της εργασίας και η αύξηση της κερδοφορίας βρίσκονταν γενικά σε αυξητική τροχιά. Στις χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού κερδίζαμε κατακτήσεις με αποτέλεσμα την αύξηση της καταναλωτικής μας δύναμης. Χοντρικά από το 1980 με την επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού, του Ρηγκανισμού, Θατσερισμού αλλά κυρίως με τη προσχώρηση της σοσιαλδημοκρατίας στα νεοφιλελεύθερα δόγματα, την υποχώρηση της αριστεράς σαν θεωρία και πράξη έχουμε αντιστροφή των πραγμάτων. Δηλαδή με αυξημένη παραγωγικότητα και κερδοφορία μετράμε σταθεροποίηση των μισθών έως ελαφρά μείωσή τους,- σαν ονομαστικοί μισθοί –αλλά συνολικά σαν εισόδημα δραστική μείωσή τους μέσα από το χτύπημα στένεμα των νεκρών εργασιακών χρόνων (επιλογή ωρομίσθιου, 4ωρων, 3ωρων, έλεγχο ανεργίας μέσα από περιορισμό ποσοστού εργασίας στο σύνολο του ετήσιου κλπ). Η κατάσταση αυτή  συνέβαλε αποφασιστικά ώστε η μη παραγωγικά αξιοποιούμενη μάζα χρήματος να κατευθυνθεί και στους εργαζόμενους δια μέσου ατομικού δανεισμού. Μπορούμε  να ισχυριστούμε  πως η κερδοφορία του κεφαλαίου προερχόταν όλο και περισσότερο όχι από επενδύσεις αλλά από χρηματοοικονομικά προϊόντα προκρίνοντας μια χρηματιστηριακοποίηση της κοινωνίας και του κράτους . Έχοντας οι εργαζόμενοι κατακτήσει ένα συγκεκριμένο καταναλωτικό επίπεδο, υποβλήθηκαν στην ανάγκη  διατήρησης του καταφεύγοντας στο τραπεζικό δανεισμό. Οι τράπεζες δουλεύοντας βάση του κλασματικού αποθεματικού συστήματος δηλ 1€ κατάθεση 10 € δανειοδότηση (και αυτό τυπικό)   δημιουργούσαν χρήμα από το χρέος αυτονομώντας το από τη παραγωγή. Έπρεπε βέβαια και οι καταθέσεις των εργαζομένων να ελαττωθούν. Η βίαιη καταστροφή των καταθέσεων  μέσα από τη χρηματιστηριακή φούσκα του 1999-2001 έκανε μονόδρομο τη διατήρηση του επιπέδου διαβίωσης με χρήση δανείων και καρτών , καθώς υπήρχε άρνηση επενδύσεων ανάλογης της μάζας χρήματος και ισχυρή αντίσταση για αυξήσεις μισθών. Η ανάπτυξη προκρίθηκε μέσα από μια γενική ασύμμετρη κατανάλωση την ίδια ώρα που οι συμβιβασμοί τάξεων εντός της κάθε κοινωνίας διόγκωναν το χρέος και τα ελλείμματα. Οι χρηματοοικονομικές πυραμίδες στήνονταν γρήγορα και αποτελεσματικά. Το βιομηχανικό κεφάλαιο μπορούσε ταχύτερα να κερδίσει από αυτές παρά από τη παραγωγική του επέκταση. Όλο και μεγαλύτερη μάζα χρήματος, κατευθυνόταν στην εξυπηρέτηση  της  κατανάλωσης  των ανωτέρων αστικών στρωμάτων  περιορίζοντας δραστικά κάθε ίχνος ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ των επενδυτικών κεφαλαίων. Συγχρόνως τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα, εγκλωβίζονταν σε μια καταναλωτική κατεύθυνση μέσω δανεισμού η οποία τους δημιουργούσε συνθήκες συνενοχής άρα και υποτέλειας απέναντι στην αστική τάξη. Έτσι αντί να διεκδικούν μισθό και κοινωνικές παροχές τις οποίες αυτά παρήγαγαν και τους οφείλονταν, συμπλήρωναν μέσα από τραπεζικές κάρτες και δάνεια το επίπεδο διαβίωσης τους. Παράλληλα καταστρατηγήθηκε το 8ωρο, 40ωρο και γενικά ο χρόνος εργασίας έγινε λάστιχο προκειμένου να αντεπεξέλθουν στις δόσεις των δανείων. Η χρηματιστηρικοποίηση πάνω απ΄ όλα Η χρηματιστηρικοποίηση  δεν είναι μια σημαία ευκαιρίας για το κεφάλαιο αλλά μια συνολική κίνηση ανοίγματος και καθιέρωσης ενός δρόμου που θα χαρακτηρίζει από δω και πέρα τον  καπιταλισμό και την κοινωνία. Οι όποιοι συμβιβασμοί μεταξύ πολιτικών-διαχειριστών- χρηματιστών θα γίνονται στα πλαίσια αυτού του δρόμου ανεξάρτητα από τα «τροχαία» ατυχήματα που θα προκαλούνται καθώς στον ίδιο δρόμο θα κινούνται νταλίκες-συρόμενα- βαγόνια και Ι.Χ. Η ατομικοποιημένη κοινωνία μετατρέπεται σε χρηματιστηριακό προϊόν και το άτομο, ο μισθός, η σύνταξη μια ακόμη ιδιόμορφη μετοχή. Οι κοινωνικές σχέσεις διαλύονται και ανασυνθέτονται μέσα από τον φετιχισμό του παράγωγου, του ομόλογου, της μετοχής. Όπως ανεβοκατεβαίνει η τιμή του πετρελαίου, έτσι θα γίνεται με τη σύνταξη, το μισθό, αλλά και το χρόνο εργασίας. Αυτή η σκελετοποίηση  των κοινωνικών σχέσεων, η αλλοίωση της συνείδησης, είναι  που ο νεοφιλελευθερισμός προωθεί σήμερα. Το ίδιο το κράτος γίνεται χρηματιστηριακό προϊόν, κατατμίζεται σε «μετοχές»,πουλιέται και αγοράζεται μέσα στα πλαίσια μιας νέας μορφής αποικιοκρατίας και πολιτικού νεοφασισμού. Για την Ελλάδα «ρε γαμώτο» Ουσιαστικά η άρχουσα τάξη και τα παρασιτικά ανώτερα μεσοστρώματα διαμορφώθηκαν σε μια ειδική τάξη ραντιέρηδων μαυραγοριτών που –για την Ελλάδα σήμερα- επενδύουν τα συμφέροντα τους στην ελεγχόμενη χρεωκοπία πτώχευση της χώρας και του λαού. Η κυβέρνηση Παπα-Καρατζαφέρη με κεντρικό σύνθημα «σωτηρία της πατρίδας» διαχειρίζεται τη κατάσταση ώστε να διασφαλίσει τα συμφέροντα του ντόπιου και διεθνούς μαυραγοριτισμού, τα συμφέροντα των ελβετικών καταθέσεων (250 δις € από Έλληνες). Στρατηγική, την οποία ο εργαζόμενος λαός οφείλει να αποκρούσει. Μα για να αποκρουστεί η επίθεση –σε πρώτο στάδιο η  μείωση μισθών- το ασφαλιστικό, η ανεργία πρέπει να δούμε βασικά ζητήματα. Μέτωπο αγώνα Οι προοδευτικές πολιτικές δυνάμεις να σταματήσουν να κρύβονται πίσω από τους συνδικαλιστές και τα σωματεία. Χωρίς να θέλουμε να αποσείσουμε τις ευθύνες των τελευταίων, ειδικά των ανώτερων και ανώτατων οργάνων μπορούμε και να τα υπερβούμε αλλά κύρια να τα αιχμαλωτίσουμε σε μια άλλη κατεύθυνση. Δεν είναι δυνατόν να αρκούμαστε είτε στην καταγγελία, είτε στην «αγωνιστική ενημέρωση» μέσω φαξ, είτε στο άλλοθι –κυρίως αυτό- του δυσμενούς συσχετισμού δυνάμεων. Έχουμε αποδεχτεί και μεταφέρει το δικομματικό πολιτικό σύστημα στο συνδικαλιστικό στίβο. Τα σωματεία που ελέγχονται από τις κυβερνητικές παρατάξεις σε ελάχιστα διαφέρουν από τα αντίστοιχα των αριστερών παρατάξεων. Ου σιαστικά εχουν μετατραπεί σε μηχανισμούς ανακοινώσεων καταγγελίας. Χωρίς ανάληψη ενωτικής αλληλέγγυας δράσης προϋπόθεση της οποίας θα είναι η αλήθεια, η διαφάνεια σκοπών-στόχων-προοπτικών η ύπαρξη τους καταντάει άλλοθι, παγίωση θέσεων, νομής εξουσίας, ή καταμέτρησης μερικών ψήφων σε ένα ανούσιο κοινοβουλευτικό παιχνίδι . Ένα πλατύ Ενωτικό  Αντινεοφιλελεύθερο Μέτωπο είναι αναγκαίο όσο ποτέ. Με διάρκεια και αποφασιστικότητα. Το οποίο βέβαια θα αφήνει ανοιχτούς τους δρόμους για παραπέρα πορεία κοινωνικής ανάτασης. Εδώ είναι ο ρόλος μας. Γιατί ζητάμε από τους άλλους να κάμουν αυτά που θέλουμε και πιστεύουμε εμείς. Την ίδια στιγμή που καταγγέλλουμε τα ανώτατα συνδικαλιστικά όργανα σαν ξεπουλημένα, γιατί ζητάμε από αυτά να οδηγήσουν τους εργαζόμενους στη κοινωνική απελευθέρωση. Ειδικά γιατί η εξωκοινοβουλευτική αριστερά τα αναγάγει όλα σε αριθμητική απεργιών Οι απεργίες διαμαρτυρίας είτε κρατάνε 2 ώρες ,είτε 2 μέρες, είτε 2 βδομάδες, καταλήγουν τουφεκιές στον αέρα  όσο δεν  αποτελούν μέρος ενός ευρύτερου πολιτικού σχεδίου το οποίο πρέπει να υπάρξει. Το εργατικό κίνημα αλλά… Εξ ανάγκης γινόμαστε το στοίχημα για την επίθεση-πειθάρχηση ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ στην Ε.Ε. Τα υποζύγι
Το Υποτιθέμενο και το Πραγματικό Πρόβλημα του Ασφαλιστικού Συστήματος του Θεόδωρου Μαριόλη* 1. Εισαγωγή Εδώ και περίπου δεκαπέντε χρόνια υποστηρίζεται, από έγκυρες πηγές (ΟΟΣΑ, ΔΝΤ, Τράπεζα της Ελλάδος κ.ά.) και σε όλους τους «τόνους», ότι το ελληνικό ασφαλιστικό σύστημα βρίσκεται σε κρίση «βιωσιμότητας και επάρκειας». Όμως, δεν αποτελεί μυστικό ότι η μεταβλητή-κλειδί κάθε ασφαλιστικού συστήματος είναι ο λόγος των μη εργαζομένων προς τους εργαζόμενους, γνωστός και ως «Λόγος Οικονομικής Εξάρτησης». Εάν η τρέχουσα τιμή αυτού του λόγου υπερβαίνει αυτήν που δύναται να αντέξει το οικονομικό σύστημα, τότε το ασφαλιστικό σύστημα βρίσκεται όντως σε κρίση, η οποία διαχέεται στο σύνολο οικονομικό σύστημα, με τη μία ή την άλλη μορφή: αναγκαιότητα μείωσης μισθών ή/και συντάξεων ή/και επιδομάτων ή/και κρατικών δαπανών ή/και επενδύσεων ή/και αναγκαιότητα δημιουργίας ελλειμμάτων στο εμπορικό ισοζύγιο. Συνεπώς, η ποσοτική εκτίμηση του «Λόγου Οικονομικής Εξάρτησης», που δύναται να αντέξει η ελληνική οικονομία, συνιστά αναγκαία προϋπόθεση κάθε βάσιμης συζήτησης περί «βιωσιμότητας και επάρκειας» του ασφαλιστικού συστήματος. Ατυχώς, και σύμφωνα με ό,τι είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε, κανείς από όλους όσοι συμμετέχουν, θεσμικά ή όχι, στη συζήτηση δεν έχει προσφέρει μία τέτοια εκτίμηση. Σκοπός του παρόντος άρθρου είναι να παρουσιάσει, πολύ περιληπτικά, τα σχετικά ευρήματα μίας μελέτης του «Study Group on Sraffian Economics» του Παντείου Πανεπιστημίου, η οποία ολοκληρώθηκε πρόσφατα και εκπονήθηκε από τον Γιώργο Σώκλη (Υποψ. διδάκτορα του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης του Παντείου Πανεπιστημίου), την Ελένη Γκρόζα (Πτυχιούχο του ΠΜΣ στην «Οικονομική Επιστήμη» του ιδίου Τμήματος) και τον γράφοντα.[1] 2. Υποθέσεις-Παραδοχές Η μελέτη βασίζεται σε ένα κατάλληλα κατασκευασμένο υπόδειγμα εισροών-εκροών και στις ακόλουθες (όχι εξωπραγματικές) υποθέσεις-παραδοχές: (1) το συνολικό εισόδημα της οικονομίας κατανέμεται σε μισθούς των εργαζομένων και σε ακαθάριστα κέρδη, (2) η αποταμίευση από μισθούς είναι μηδενική (δηλ. το σύνολο των μισθών καταναλώνεται), (3) τα ακαθάριστα κέρδη διασπώνται, μέσω άμεσης φορολόγησης, σε εισόδημα των κεφαλαιούχων (καθαρά κέρδη) και εισόδημα των μη εργαζομένων (το οποίο συνιστά, λοιπόν, μεταβιβαστική πληρωμή του δημοσίου), (4) οι εργαζόμενοι και οι μη εργαζόμενοι καταναλώνουν ακριβώς το ίδιο «καλάθι» αγαθών, (5) οι κεφαλαιούχοι αποταμιεύουν το σύνολο του προερχόμενου από τα καθαρά κέρδη εισοδήματός των (και, άρα, δεν το καταναλώνουν), ενώ οι μη εργαζόμενοι καταναλώνουν το σύνολο του εισοδήματός των, (6) οι καταναλωτικές δαπάνες του δημοσίου τομέα (πλην μισθών των δημοσίων υπαλλήλων) είναι μηδενικές, και (7) η οικονομία μεγεθύνεται με τον τρέχοντα ρυθμό της. 3. Ευρήματα Το κύριο εύρημα της μελέτης είναι ότι, στην ελληνική οικονομία, 1 εργαζόμενος δύναται να συντηρήσει 2 μη εργαζόμενους. Επομένως, δεδομένου  ότι οι εργαζόμενοι είναι περί τα 4.5 εκατομ., δύνανται να συντηρηθούν περί τα 9 εκατομ. μη εργαζόμενοι. Θα πρέπει δε να υπογραμμισθεί ότι αυτός ο λόγος δεν αφορά σε όλους γενικά τους μη εργαζόμενους (π.χ. προστατευόμενα μέλη), αλλά μόνον σε εκείνους οι οποίοι λαμβάνουν μεταβιβαστικές πληρωμές (επιδόματα, συντάξεις κ.λπ.) και μάλιστα σε ύψος ίσο (εξ υποθέσεως) με το μισθό του μέσου εργαζομένου. Η περαιτέρω ανάλυση δείχνει ότι αυτός ο μάλλον εντυπωσιακός λόγος, δηλ. 2/1, δεν οφείλεται στην υψηλή παραγωγική ικανότητα της ελληνικής οικονομίας αλλά, πρωτίστως, στο πολύ χαμηλό επίπεδο του μέσου μισθού της. Διότι βρέθηκε, επίσης, ότι εάν π.χ. στην γερμανική ή στην φινλανδική (όπως και στην ισπανική) οικονομία ίσχυε ο ελληνικός μέσος μισθός, τότε 1 εργαζόμενος θα μπορούσε να συντηρήσει περί τους 20 (!) ή τους 7 (!) μη εργαζόμενους, αντιστοίχως. Αντιστρόφως, εάν στην ελληνική οικονομία ίσχυε ο μέσος γερμανικός μισθός (ο οποίος εκτιμήθηκε σημαντικά υψηλότερος από τον ελληνικό, δηλ. κατά 29%),[2] τότε τα ακαθάριστα κέρδη της θα ήταν αρνητικά (!) και, άρα, το ζήτημα της συντήρησης των μη εργαζομένων δεν θα μπορούσε καν να τεθεί. 4. Συμπεράσματα Σε αυτή τη βάση μπορούμε να συμπεράνουμε τα ακόλουθα: (1) Δεν υπάρχουν αμφιβολίες ότι λόγος 2/1, που χαρακτηρίζει, ως δυνατότητα, την ελληνική οικονομία, οφείλεται στο πολύ χαμηλό επίπεδο του μέσου μισθού της (το οποίο θα μειωθεί περαιτέρω, στη βάση των τελευταίων μέτρων μονόπλευρης εισοδηματικής πολιτικής που εξήγγειλε, προσφάτως, η κυβέρνηση). (2) Επομένως, υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες γύρω από την ύπαρξη της λεγόμενης «κρίσης του ασφαλιστικού συστήματος»: τα όποια προβλήματά του θα πρέπει να θεωρούνται, καταρχήν, ταμειακά ή, αλλιώς, ρευστότητας (εισφοροδιαφυγή, ανασφάλιστη εργασία κ.λπ.). Μάλιστα, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι, στην ελληνική οικονομία, ο τρέχων λόγος ανέργων και συνταξιούχων ανά εργαζόμενο είναι της τάξης του 0.63, δηλ. αφενός, αισθητά μικρότερος από 2 και, αφετέρου, απολύτως αντίστοιχος με αυτόν που ισχύει σε άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες (π.χ. Γερμανία, Ισπανία, Φινλανδία, όπου κυμαίνεται ανάμεσα στο 0.57 και το 0.67). (3) Αυτά τα ταμειακά προβλήματα δεν δικαιολογούν την – εκ νέου –  φημολογούμενη αναδόμηση του ασφαλιστικού συστήματος προς την κατεύθυνση της – μερικής, έστω – ιδιωτικοποίησης. (4) Ωστόσο, δεν δύναται να αποκλεισθεί, χωρίς πρώτα να διερευνηθεί αναλυτικά, το ενδεχόμενο ορισμένα προβλήματά του να απορρέουν από το ύψος της κατανάλωσης από καθαρά κέρδη ή/και των μη μισθολογικών δαπανών του δημοσίου, ύψη τα οποία θέσαμε ίσα με το μηδέν, προκειμένου να προσδιορίσουμε τα όρια αντοχής του συστήματος. Στην κατά σειρά πρώτη περίπτωση ενδείκνυται η αύξηση της φορολόγησης των ακαθάριστων κερδών, ενώ στη δεύτερη η επανεξέταση της αναγκαιότητας τμήματος αυτών των δαπανών. Το να απορρέουν τα προβλήματα από την υψηλή κατανάλωση των μη εργαζομένων δεν θα πρέπει να θεωρείται πιθανό, δεδομένων των ευτελών (μέσων) συντάξεων και επιδομάτων ανεργίας. Τέλος, θα ήταν λάθος να υποτιμηθεί (και) ένα «παράπλευρο» εύρημα της μελέτης: πριν από μία δεκαετία, είχα υποστηρίξει (βλ. π.χ. Ο Νέος Διεθνής Καταμερισμός Εργασίας, «Τετράδια της Οικονομίας», 27-28/11/1999, εφημ. «Ημερησία») ότι το κύριο πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας, στην «εντός-ΟΝΕ εποχή», έγκειται στο ότι είναι αναγκασμένη να ανταγωνίζεται σε άμεσους (ή, ακριβέστερα, απόλυτους) όρους οικονομίες, οι οποίες είναι πολύ περισσότερο προηγμένες παραγωγικά, πράγμα που θα έχει καταστροφικές επιπτώσεις στην παραγωγική βάση της. Πρόσφατα, ο Μίνωας Ζομπανάκης, σε συνέντευξή του στην εφημ. «Καθημερινή» (14/2/2010), τόνισε: «Τι εννοούν όταν μιλούν περί πτώχευσης; Δεν είμαι από αυτούς που ισχυρίζονται κάτι τέτοιο. Το μεγάλο πρόβλημα της Ελλάδας δεν είναι τόσο το δημοσιονομικό. Έστω και με κόπο θα διορθωθεί. Το πρόβλημα είναι ότι καταστράφηκε η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας. Σε έναν κόσμο όπου ουσιαστικά δεν υπάρχουν σύνορα, πώς θα ξαναφτιάξουμε μια ανταγωνιστική οικονομία;». Πράγματι, πώς είναι δυνατόν η ελληνική οικονομία να ανταγωνισθεί π.χ. τη γερμανική, της οποίας η μέση ικανότητα παραγωγής πλεονάσματος ανά εργαζόμενο πρέπει να θεωρείται, όπως εκτίμησε η παρούσα μελέτη, περίπου δεκαπλάσια (20/2); * Αν. Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας, Τμ. Δημόσιας Διοίκησης, Πάντειο Πανεπιστήμιο (mariolis@hotmail.gr). Για σχόλια και προτάσεις ευχαριστώ τη Ρενέττα Λουκά, την Ελευθερία Ροδουσάκη (Πάντειο Πανεπιστήμιο), τον Νίκο Ροδουσάκη (Πάντειο Πανεπιστήμιο) και τον Λευτέρη Τσουλφίδη (Πανεπιστήμιο Μακεδονίας), καθώς επίσης και τους παρευρισκόμενους στην εκδήλωση της «Ένωσης Οικονομολόγων Θεσσαλονίκης» για το Ασφαλιστικό Σύστημα, στις 8 Φεβρουαρίου 2010, όπου παρουσιάσθηκε μία πιο αναλυτική εκδοχή του παρόντος. Τέλος, ευχαριστώ το περιοδικό «Η Άλλη Πλευρά», και ιδιαιτέρως τον Χρήστο Βανδώρο, για τη φιλοξενία. [1] Μία πρώτη, και χωρίς διεθνείς συγκρίσεις, εκδοχή της μελέτης είναι διαθέσιμη στη διεύθυνση: http://library.panteion.gr:8080/dspace/handle/123456789/1071, ενώ η τελική εκδοχή (Μάιος 2010) βρίσκεται στη διεύθυνση: http://mpra.ub.uni-muenchen.de/22661/1/MPRA_paper_22661.pdf [2] Εκτιμήθηκε, επίσης, ότι η μέση παραγωγικότητα της εργασίας είναι μεγαλύτερη κατά 64% και η μέση παραγωγικότητα του κεφαλαίου είναι μεγαλύτερη κατά 65%.
ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ Εργατικό Αντιιμπεριαλιστικό Μέτωπο Πολιτική Εκδήλωση: «ΔΝΤ = Νέα Κατοχή και Χρεωκοπία. Η Ανάγκη για μια προοδευτική, δημοκρατική διέξοδο και η αριστερά». ΤΕΤΑΡΤΗ 2 ΙΟΥΝΙΟΥ 2010, 6:30 μ.μ. Στο Πολυτεχνείο, αίθουσα Γκίνη (είσοδος από Στουρνάρη) Ομιλητής: Ο Γραμματέας του ΕΑΜ, Μιχάλης Βασιλάκης