Τελευταία Νέα
20 Aug 2009, 16:33 | συγκέντρωση για το Θ. Ηλιόπουλο
Την ερχόμενη δευτέρα, 24 Αυγούστου, ημέρα συντονισμού των κατά τόπους σχετικών κινητοποιήσεων, καλούμε σε συγκέντρωση στις 20:30 στην πλατεία Γεωργάκη, ζητώντας την άμεση απελευθέρωση του Θοδωρή Ηλιόπουλου, του οποίου η συνεχιζόμενη για 8ο μήνα προφυλάκιση, όντας απόρροια της σε βάρος του απόδοσης κατηγοριών ανυπόστατων, επιφέρει καίριο πλήγμα σε θεμελιώδεις ελευθερίες, συνιστώντας, μεταξύ άλλων, κατάφωρη παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας. Η σχετική προκήρυξη μας
17 Aug 2009, 13:01 | Πετάει, πετάει ο γάιδαρος…
Δεν χαρίζεται...Άλλοτε οι πολιτικοί άνδρες, κοπτόμενοι ακόμη για την υστεροφημία τους, μεριμνούσαν ούτως ώστε να ταυτίζουν το πρόσωπό τους με έργα που θα άντεχαν στο χρόνο. Έργα και ημέρες. Ύστερα, και αφού κανείς, ούτε οι ίδιοι, πλέον δεν διέθετε την απαραίτητη φρόνηση, προκειμένου να προνοεί για το τι έμελλε να ξημερώσει, αρκέστηκαν στο να πασχίζουν να κρατήσουν λίγο ακόμη, να επιβραδύνουν την έλευση της διαφαινόμενης ολοκληρωτικής κατάρρευσης. Αυτή πια ήταν προδιαγεγραμμένη και μόνον ο ακριβής χρόνος εκδήλωσης της παρέμενε άγνωστος. Οι επαγγελματίες της πολιτικής ελπίζουν, λοιπόν, να «αγοράσουν χρόνο», εξαγγέλλοντας χρονοδιαγράμματα τέλεσης «μνημειωδών» έργων, που κάθε άλλο παρά τέτοια, δηλαδή μνημειώδη, είναι, για τον ίδιο λόγο όπου, εν τέλει, ποσώς ενδιαφέρει η αποπεράτωση τους ή μη. Κανείς πια δεν ποθεί το όνομα του να γραφεί στην ιστορία. Η επιζητούμενη καταγραφή των «δημοσίων προσώπων» στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων και τη ροή των τηλεοπτικών δελτίων καταμαρτυρεί ότι η επιτυχία της «real politik» θα κριθεί όχι από τη διαχρονικότητα, αλλά από την παράδοση στη λήθη. Οι δημοσκόποι είναι οι μάντεις της τράπουλας ταρώ· οι περίφημες παρουσιαζόμενες κάρτες τους είναι πάντοτε το δυσοίωνο φύλλο του θανάτου. Το τέλος τοποθετείται στο χρόνο διεξαγωγής της επόμενης –πρόωρης– εκλογικής αναμέτρησης.Έτσι, ουδόλως φαίνεται να απασχολεί το εάν, όπως πολλοί ισχυρίζονται, η κατασκευή διεθνούς αερολιμένος στην περιοχή της Λευκίμης συνιστά για μια σειρά από λόγους –της απουσίας πόρων συμπεριλαμβανομένης– προοπτική εξωπραγματική. Αν η «προμελέτη», η οποία τελευταίως παρουσιάστηκε εν μέσω τυμπανοκρουσιών, διερευνώντας το εν λόγω ενδεχόμενο, υπήρξε όντως, για να το πούμε απλά, μια μπαρούφα, διάσπαρτη από ασυγχώρητες ανακρίβειες και εξόφθαλμες παραλείψεις, έχοντας, συν τοις άλλοις, εκπονηθεί από ένα φορέα αναρμόδιο, το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο [1]. Γιατί μέλημα εν προκειμένω δεν αποτελεί η απογείωση αεροπλάνων από την περιοχή του Νότου, αλλά η ανύψωση της δημοφιλίας του υπ. Δικαιοσύνης κου Ν. Δένδια, ο οποίος έχει ανάγει το όλο εγχείρημα σε «προσωπικό στοίχημα», προσβλέποντας στην εξασφάλιση της αμφίβολης επανεκλογής του. Και μοιάζει να διαθέτει πιθανότητες να το κερδίσει, καθώς οι κάτοικοι της Λευκίμης, γνωστοί στο πανελλήνιο για τις οικολογικές τους ευαισθησίες, περιέργως τάσσονται στην πλειονότητα τους υπέρ της κατασκευής του «αναπτυξιακού έργου». Αψηφώντας ότι αυτή θα σημάνει την τσιμεντοποίηση μιας τεράστιας παράκτιας έκτασης, συμπεριλαμβανομένου τμήματος της περιοχής των αλυκών, σημαντικού υδροβιότοπου, βρισκόμενου υπό την προστασία του προγράμματος Natura 2000· αδιαφορώντας για την προβλεπόμενη από την προαναφερθείσα προμελέτη εκτροπή ή υπογειοποίηση του ποταμού της Λευκίμης, την ενδεχόμενη μετατροπή του σε αγωγό λυμάτων· παραβλέποντας την αποκοπή ολόκληρου του οικισμού της Λευκίμης από την ακτή· τους κινδύνους που η συνεχής κίνηση των αεροσκαφών εγκυμονεί, επιφέροντας τη διατάραξη της ισορροπίας του υδροβιότοπου της λιμνοθάλασσας Κορισσίων. Οι Λευκιμιώτες, εμφορούμενοι από το γνώριμο κουτοπόνηρο τοπικισμό, ονειρεύονται να παραλάβουν τα σκήπτρα της ανάπτυξης από τη «Χώρα». Στη χώρα την ίδια ώρα, στις συνοικίες που γειτνιάζουν με το παλαιό λιμάνι, τα τριξίματα των γερανών –δουλεύουν αδιάκοπα–, ηχώντας σαν κραυγές βασανιζόμενων ζώων, διανθίζουν τα μεσημέρια του καλοκαιριού – ακόμα και αυτά των Κυριακών. Πρόκειται για το εργοτάξιο του «καταφυγίου τουριστικών σκαφών». Το ύψος του κυματοθραύστη θα ανέρχεται στα 3 μέτρα, αποτρέποντας τη θέα προς την θάλασσα. Παρά το ύψος αυτό, παρά το δυσθεώρητο ύψος, στο οποίο τα αεροσκάφη θα ίπτανται πάνω από το Νότο, σκίζοντας τους αιθέρες, εμείς –επειδή, ασφαλώς, είμαστε αιθεροβάμονες– κρίνουμε ότι ο πήχης των προσδοκιών τίθεται εξαιρετικά χαμηλά. Ίσως επειδή δεν θα μπορούσε να ήταν αλλιώς, όταν το ύψος αυτό καθορίζεται από τις αποφάσεις προσώπων υψηλά ιστάμενων που αναδεικνύονται, καταλαμβάνουν θέσεις περιωπής, στεκόμενοι επάνω σε όσους κείτονται πολύ χαμηλά· στηριζόμενοι, βέβαια, από όσους αποτελούν τη βάση μιας κοινωνίας γραφειοκρατικής.Προαπαιτούμενο για τη λειτουργία αεροδρομίου στη Λευκίμη συνιστά η κατασκευή κλειστού αυτοκινητόδρομου που θα φέρνει εγγύτερα το Βορά με το Νότο του νησιού, απομακρύνοντας έτι περαιτέρω τους κατοίκους αμφότερων από το φυσικό περιβάλλον· συμβάλλοντας στην εξάλειψη κάθε πιθαμής γης που έχει μείνει ανέπαφη, «αναξιοποίητη», στο νησί. Λίγες μόλις δεκαετίες νωρίτερα, προτού ακόμη διανοιχθεί αυτοκινητόδρομος, στον Κοντό Γιαλό οι γιαγιάδες οδηγούσαν τα απογεύματα του καλοκαιριού τα παιδιά στην παραλία με το γαϊδουράκι, διερχόμενες από κακοτράχαλα μονοπάτια. Εκεί τότε κανείς μπορούσε να συναντήσει μερικούς hippies και κάποιους γυμνιστές. Η έλευση του δρόμου –απότομα κατηφορικός αυτός– σήμανε τον εκτοπισμό τους· σήμανε όμως κυρίως την απομάκρυνση του ίδιου του γιαλού. Το τεράστιο πλήθος των λουομένων θα συναντήσει να ξεφυτρώνουν σε όλη την πλαγιά, απειλώντας να ξεχυθούν βίαια ως εκεί που σκάει το κύμα, ξενοδοχειακές μονάδες, ενοικιαζόμενα δωμάτια, café-bars, εστιατόρια· όλα έτοιμα να υποδεχτούν τον επισκέπτη. Ο δρόμος δεν οδηγεί πουθενά αλλού· όποια άλλη αναζήτηση, είναι σίγουρο, θα αποβεί άκαρπη. Ο δρόμος αυτός είναι στοιχειωμένος, όπως το μονοπάτι από τη γνωστή παραλογή, όπου ο διαβάτης βαδίζει αδιάκοπα, μόνο για να μείνει ακινητοποιημένος στο ίδιο σημείο, ως τιμωρία για την κοπή ενός πεύκου – ο τουρισμός, η τέχνη του να μετακινείσαι διαρκώς, δίχως ποτέ να φτάνεις πουθενά. Εδώ τα χαμένα δέντρα υπήρξαν κατά τι περισσότερα· ο βασιλιάς έχει αυτιά γαϊδάρου… Η δε λαϊκή κουλτούρα, εκριζωμένη, εξέλειπε. Η θάλασσα παραμένει απρόσιτη. Τους γυμνιστές διαδέχεται η γύμνια – ο βασιλιάς είναι, για ακόμη μια φορά, γυμνός…. Μια κοινωνία που χαράσσει ακατάπαυστα «οδικούς άξονες», τείνοντας να μετατραπεί σε ένα συνονθύλευμα από άτομα περιστρεφόμενα γύρω από τον άξονα τους, επιβαίνοντας κατά προτίμηση σε ένα ερμητικά κλειστό τροχοφόρο – κλειστό σαν στρείδι, όπως αυτά που κανείς άλλοτε έβρισκε στα βράχια. Οι ρόδες επίσης γυρνούν αδιάκοπα, ακούραστα, αλλά οι δρόμοι, είπαμε, δεν οδηγούν πουθενά. Οι επιβάτες μάταια χαίρονται, μετά την προβολή της γνωστής διαφήμισης, όπου εξαφανίζει τους λουόμενους από μια κατάμεστη παραλία, υποσχόμενη των αποδεκατισμό τους από πλειάδα δεινών –των τροχαίων δυστυχημάτων συμπεριλαμβανομένων–, διακατεχόμενοι από την προσδοκία ότι θα βρουν ελεύθερη ξαπλώστρα στην παραλία. Αν αυτή η κοινωνία πλέκει ετούτο το μπερδεμένο κουβάρι από δρόμους είναι για να ταφεί κάτω από την άσφαλτο η δυσβάστακτη αλήθεια· είναι ακριβώς επειδή στερείται οποιουδήποτε –θερινού ή άλλου– προορισμού.Αληθινή ιστορία: σε κάποιο χωριό της βόρειας Κέρκυρας μια γριά γυναίκα είχε ένα γάιδαρο, τον οποίο υπεραγαπούσε. Λόγω της προχωρημένης της ηλικίας η φροντίδα του εξίσου γηραλέου ζώου είχε ανατεθεί στον εγγονό της γυναίκας, ο οποίος δυσανασχετούσε γι’ αυτό το καθήκον που έβλεπε ως αγγαρεία. Ο γάιδαρος ήταν άχρηστος. Απεφασίσθη να πωληθεί. Θα γινόταν σκυλοτροφή – και ίσως από ένα παιχνίδι της τύχης κάποιο από τα σκυλιά τα οποία συναντούν το φθινόπωρο, εγκαταλελειμμένα σε μια από τις παραλίες του νησιού, να γεύτηκε αυτό που άλλοτε υπήρξε η σάρκα του. Στη γριά είπαν ότι το ζώο εκλάπη και εκείνη δεν έπαψε να το αναζητεί μάταια, έως ότου πέθανε μαραζωμένη. Τα ζώα που άλλοτε συνεισέφεραν ανυπολόγιστα στην καθημερινή ζωή, στην εργασία των ανθρώπων της υπαίθρου. Σε αυτά, στις πλάτες των γαϊδουριών, των μουλαριών, των αλόγων, μετατίθεντο τα βάρη της επιβίωσης. Σήμερα κανείς μπορεί να αντικρίσει τα ελάχιστα εναπομείναντα άλογα ζεμένα στα αμαξάκια, των οποίων οι οδηγοί παρέχουν, έναντι αδράς αμοιβής, ανακριβείς πληροφορίες στους επιβαίνοντες τουρίστες. Αλλά είπαμε: καμιά σημασία πια δεν έχει το τί είναι πού. Αρκεί κανείς να πληρώνει τα ναύλα.Αν οι σημερινοί Κερκυραίοι, γινόμενοι τρόπον τινά οι ίδιοι «υποζύγια», βιώνουν τη ματαίωση, τη διάψευση των προσδοκιών για μια «καλύτερη ζωή» που συνόδευσαν την εγκόλπωση εδώ και λίγες δεκαετίες του φαντασιακού της ανάπτυξης, δεν οφείλεται αυτό στην ανέχεια ή την ανισοκατανομή του παραγόμενου πλούτου. Όσοι επανδρώνουν την τουριστική βιομηχανία ζουν, περιστοιχισμένοι από το τσιμέντο που κατακλύζει, παραγεμίζει τα πάντα, μια κενότητα απαράμιλλη· μια μονοτονία η οποία ξεπερνά κατά πολύ αυτήν που δοκιμάζουν όσοι καταδικάζονται να σπάνε πέτρες. Γιατί έχουμε εδώ να κάνουμε με έναν άλλο θρυμματισμό· αυτόν του χρόνου. Αν άλλοτε οι Μαρξ και Έγκελς καταφέρονταν εναντίον εκείνου που υποτιμητικά αποκαλούσαν «ιδιωτεία της αγροτικής ζωής», στηλίτευαν έναν τρόπο ζωής καθοριζόμενο από την αλληλοδιαδοχή των εποχών, την περιοδικότητα των αγροτικών εργασιών που από αυτήν υπαγορευόταν, αρκεί μια ματιά στα ερημωμένα τοπία των τουριστικών θερέτρων κατά τη διάρκεια του Χειμώνα, στην πόλη της Κέρκυρας, όπου μετά το Σεπτέμβριο η ζωή μοιάζει να έχει σταματήσει, ώστε να διαπιστώσει κανείς πως αυτός ο ψευδοκυκλικός χρόνος εξακολουθεί εδώ να κρατά τα ηνία. Το ρυθμό τώρα δίνει η εναλλαγή των τουριστικών «σαιζόν».Ο χρόνος αυτού του τόπου και των κατοίκων του καλείται να εναρμονιστεί με τον «ελεύθερο χρόνο» των επισκεπτών. Τη στιγμή όπου οι τουριστικοί πράκτορες εγγυούνταν την ταχύτατη μεταφορά –μεταφορά σε χρόνο μηδέν!– των παραθεριστών, ο χρόνος καταλυόταν. Κατακερματίζεται έκτοτε και ανασυστήνεται, υποβαθμιζόμενος σε ένα παράταιρο πάζλ, ένα αυθαίρετο άθροισμα από 10ήμερα – όσοι επιλέγουν ως «καλοκαιρινό προορισμό» την Κέρκυρα, σύμφωνα με σχετικές μετρήσεις, παραμένουν στο νησί για οκτώ ημέρες κατά μέσο όρο, διάστημα που, για να στεφθεί με μεγαλύτερη λάμψη η θριαμβεύουσα στατιστική, αντιστοιχεί πάνω-κάτω στη συχνότητα εμφάνισης πυροτεχνημάτων υπό τη σκέπη του έναστρου καλοκαιρινού κερκυραϊκού ουρανού. Ο χρόνος καλείται να υπακούσει στους κώδικες της διαφήμισης με την αίσθηση του ανικανοποίητου που οι υποσχέσεις της αφήνουν στο θεατή. Παραπέμπει στη συγκοπτόμενη σεξουαλική πράξη· μοιάζει με ταινία του Χόλυγουντ: Ο θεατής παρακολουθεί ηδονοβλεπτικά το ζευγάρι των πρωταγωνιστών να ερωτοτροπεί, αλλά η δράση διακόπτεται, προτού προχωρήσουν στη συνουσία. Το χρονόμετρο μηδενίζεται ανά τακτά διαστήματα κ’ ύστερα ξανά τα ίδια απ’ την αρχή. Ένας χρόνος «stop-start», όπως ο ρυθμός της τζαζ· περιπαικτικός ηχεί κάποιο βράδυ στα «Ionian concerts», την τουριστική ατραξιόν του Ιονίου Πανεπιστημίου. Οι υπεύθυνοι καλούν από τηλεοράσεως τους αυτόχθονες να περάσουν έστω από το χώρο των εκδηλώσεων· να παρακολουθήσουν έστω για λίγο. Να διαθέσουν ένα μέρος του χρόνου τους… Ο χρόνος των διακοπών δεν θα μπορούσε παρά να είναι χρόνος διακεκομμένος.Αν από την «ιδιωτεία της αγροτικής ζωής» αφαιρέσουμε το στοιχείο της κοινότητας, αν, όπως στα αλλοτινά ελαιοτριβεία, ο καρπός συνθλιβεί, για να αφαιρεθεί το κουκούτσι, ο πυρήνας, η ικανότητα μιας κοινωνίας να συγκροτεί έναν πολιτισμό της καθημερινής ζωής εξαχθεί, τότε αυτό με το οποίο απομένουμε είναι ένα απόσταγμα καθαρής βλακείας· βλακείας εξευγενισμένης, «ορθολογικής». Αυτής της «ορθολογικότητας», η οποία τίθεται στην υπηρεσία της ατέρμονης ανάπτυξης, διερευνά τις προοπτικές προσέλκυσης όλο και μεγαλύτερων ορδών τουριστών, την εισροή κεφαλαίων, την αποκόμιση ολοένα αυξανόμενου χρηματικού οφέλους. Δίχως οι ολέθριες συνέπειες όλων αυτών –συνέπειες περιβαλλοντικές, αλλά κυρίως κοινωνιολογικές, ανθρωπολογικές, πολιτισμικές, «υπαρξιακές»– ποτέ να προσμετρώνται· διότι, απλούστατα, αυτές δεν είναι «μετρήσιμες». Αντίθετα έργα όπως αυτά του «καταφυγίου» ή του αερολιμένα, συνεπαγόμενα το σφιχταγκάλιασμα της ακτογραμμής από το σκυρόδεμα, συνιστώντας μέρος μιας κοπιώδους προσπάθειας να εξαλειφθεί το ακανόνιστο –και γι’ αυτό εξοβελιστέο– ανάγλυφο αυτού που σε κάποιο τουριστικό οδηγό ίσως θα αποκαλείτο περιπαικτικά «δαντελένιες ακτές», επιφέροντας τον «τετραγωνισμό» του περιγράμματος του νησιού, συμβάλουν τα μέγιστα στον ακριβέστερο, με μεγαλύτερη ευχέρεια, υπολογισμό του εμβαδού του. Έτσι, διευκολύνουν την αποτίμηση της αξίας της γης – της χρηματικής της αξίας, είναι αυτή η μόνη μετρήσιμη. Τετράγωνη λογική…Η λογική των αριθμών. Αδιαμφισβήτητη… είδαμε πρόσφατα σε τοπικό μέσο να παρουσιάζεται «ποιοτική έρευνα», όπου διενεργήθη προκειμένου να ανιχνευθούν, διαμέσου των απαντήσεων τουριστών σε σχετικό ερωτηματολόγιο, τα προτερήματα και τα τρωτά σημεία του προσφερόμενου τουριστικού προϊόντος. Μάθαμε ότι οι προσκεκλημένοι μας –εμάς βέβαια μη μας κοιτάτε, εμείς δεν καλέσαμε κανέναν– δυσαρεστούνται από την «έλλειψη υποδομών». Οπότε και ο παρουσιαστής του τηλεοπτικού magazinο παρατηρεί: «Ε καλά! Αυτό το ξέρουμε»· μονάχα για να λάβει την, ομολογουμένως αφοπλιστική, απάντηση, δια στόματος του εκπροσώπου του φορέα, για λογαριασμού του οποίο παραγγέλθηκε η έρευνα, κάποιου κου Δενδρινού: «Ναι, αλλά τώρα τεκμηριώνεται επιστημονικά. Αν κάποιος στο δρόμο (σ.σ. μάλλον θα εννοεί τον κλειστό αυτοκινητόδρομο Βορά-Νότου, ο οποίος δεν οδηγεί στο Βορά ή στο Νότο ή οπουδήποτε αλλού και όπου κανείς δεν μπορεί να συναντήσει κανέναν, πόσω μάλλον να πει οτιδήποτε) έρθει και μου πει ότι είμαι βλάκας, θα πρέπει και να μου το αποδείξει επιστημονικά!» (sic). Καλούμαστε επομένως να συμπεράνουμε πως αν οι Κερκυραίοι ρωτούν τους αριθμούς τι να κάνουν με τις ζωές τους δεν είναι ίσως –δεν είναι μόνον– επειδή δεν ξέρουν τι θέλουν ή και δεν θέλουν τίποτα, αλλά επειδή θέλουν να καταστήσουν κάτι έξω από τους ίδιους κοινωνό της αυτοκαταστροφικής τους ορμής. Φιλοδοξούν να αφεθούν στις ορέξεις των τουριστών, να κάνουν ότι εκείνοι θέλουν, όπως ο Μαζόχ παραιτήθηκε κάθε δικαιώματος επάνω στο σώμα του, εκχωρώντας τη δυνατότητα λήψης αποφάσεων για τη ζωή και το θάνατο του στη γυναίκα του, δια συμβολαίου. Όσο για το σώμα του νησιού, καθώς τα συμβόλαια με τις τεχνικές εταιρείες υπογράφονται το ένα μετά το άλλο, ο συνεχιζόμενος άθλος της ταρίχευσης του τείνει να αποπερατωθεί. Αυτό το λείψανο, είναι πια βέβαιο, θα παραμείνει πετρωμένο στους αιώνες. Καθώς κάθε ορμίσκος, κάθε κρηπίδωμα, παραγεμίζεται με τσιμέντο, οι Κερκυραίοι, επιτέλους, φαίνεται πως παίρνουν εκείνο που ζητούσαν· όπως ο Κράσσος, ο Ρωμαίος στρατηγός. Αναζητώντας αυτός, ο πλουσιότερος κατά πολλούς άνδρας στη Ρώμη, δόξα και πλούτη στην ανατολή, συνάντησε τελικά το θάνατο, καταδικαζόμενος να πιεί ένα κύπελλο γεμάτο λιωμένο χρυσάφι. Το μπετόν ως ταφόπλακα. Καθώς η Κέρκυρα μοιάζει να εκφράζει επεκτατικές βλέψεις προς δυσμάς και ανατολάς, κάνοντας, κατά πως φαίνεται, τεχνητά, με το τσιμέντο, αυτό που σε ένα άλλο νησί, τη μακρινή ηφαιστιογενή Ισλανδία επιτυγχάνεται χάρη στη λάβα που καυτή χύνεται στη θάλασσα και στερεοποιείται, εύλογα διερωτάται κανείς έως που θα φτάσει αυτή η ανάπτυξη. Τα όρια της διεφάνησαν μερικώς μόνο στο νησί των πάγων με την πρόσφατη κατάρρευση του εκεί «οικονομικού θαύματος». Ας παρατηρήσουμε μόνο ότι ο καρκίνος είναι εκείνος που αναπτύσσεται απεριόριστα και αυτός έως το θάνατο· και πως οι μάζες του σκυροδέματος φέρνουν στο μυαλό –μεταφορικά…– καρκινικούς όγκους. Ας μπούμε τώρα στον πειρασμό να συγκρίνουμε αυτούς τους συμπαγείς όγκους με τα επιβλητικά μνημεία της πραγματικής Νήσου του Πάσχα, αυτής στον Ειρηνικό Ωκεανό. Τα ογκώδη πέτρινα κεφάλια ρίχνουν βαριά τη σκιά τους στους σύγχρονους κατοίκους της νήσου· το βλέμμα των προγόνων είναι βλοσυρό, αυστηρό, επικριτικό. Είναι τέτοια η φύση του τουρισμού, όπου αυτά τα πρόσωπα, υπόμνηση της ύβρεως, ταυτισμένα με την αυτοκαταστροφή ενός πολιτισμού που ξεπέρασε τα όρια –οι αυτόχθονες κάτοικοι, σύμφωνα με τους αρχαιολόγους, εξάντλησαν το περιβάλλον του νησιού από την αλόγιστη υπερεκμετάλλευση, οδηγούμενοι στην αλληλοεξόντωση– καθίστανται τουριστικά αξιοθέατα. Εκεί, στους λόφους όπου το άγρυπνο βλέμμα των ερινυών πλανάται, οι τουρίστες βολοδέρνουν, κάνοντας site-seeing… Εδώ δεν έχουμε το φόβο ότι οι προπάτορες μας μάς παρακολουθούν. Και βέβαια το πάζλ της ανιστορικότητας συμπληρώνεται με την πρωτόφαντη απουσία μέριμνας για το μέλλον. Τα μνημεία του δικού μας κερκυραϊκού πολιτισμού θα είναι κατά τι πιο άχαρα: Μερικά στρέμματα τσιμέντο μέσα στη θάλασσα.Κάστρα στην άμμο. Τεχνητά νησιά από τσιμέντο. Στα Αραβικά Εμιράτα τέτοια νησιά λαμβάνουν το σχήμα λογότυπων εταιρειών εμπορίας πετρελαιοειδών. Και η Κέρκυρα ασφαλώς έχει πλέον καταστεί ένα ανάλογο «logo»· σήμα κατατεθέν, κοινώς trademark· ο νάρθηκας από μπετόν κατά μήκος της ακτογραμμής συμβάλει στην κατοχύρωση του. Από απόσταση φαντάζει αρκούντως θελκτικό – τελευταίως η «Athens voice» προέτρεπε τους τζάμπα αναγνώστες της να σπεύσουν στην «υπέροχη παραλία» των Γουβιών και στα καθάρια νερά της Δασιάς(!). Αλλά ο βούρκος φαίνεται όταν κανείς πλησιάσει, όπως –εικονική πραγματικότητα– τα pixels σε μια οθόνη με χαμηλή ανάλυση. Είπαμε το νησί έχει τεραγωνισθεί. Το σχήμα του, το άμοιρο περίγραμμά του, κοσμεί πλήθος προϊόντων: μπλουζάκια –δεν κρύβουν τη γύμνια–, ρακέτες –παίζουμε πινγκ-πονγκ, αποποιούμενοι τις ευθύνες για την οικτρή μας κατάσταση–, ρολόγια τοίχου – σταματημένα. Και ίσως σε κάποιο τοίχο, στην κουζίνα ενός σπιτιού, μια σανίδα από αυτές όπου πάνω τους κόβουν λαχανικά. I luv Corfu! Η Κέρκυρα· ένα νησί τουριστικό, μια λωρίδα γης. Ένα σώμα κατατεμαχισμένο· καλούνται όσοι πιστοί να μεταλάβουν. Λοιπόν, μην κοιτάτε το γάιδαρο στα δόντια… Όταν τα φιλέτα τελειώσουν θα μας έχει μείνει ακόμα ο κανιβαλισμός.[1] Παραθέτουμε εδώ το πρόσφατο σχετικό άρθρο του Σπύρου Σαλβάνου, όπου μπορεί κανείς να ανατρέξει για μια πληρέστερη ενημέρωση.
31 Jul 2009, 16:08 | Ο πολιτικός χρόνος τρέχει…
Το απόγευμα της 18ης του περασμένου Δεκεμβρίου ο Θοδωρής Ηλιόπουλος, βρισκόμενος στο κέντρο της Αθήνας, κοντά στον χώρο όπου την ίδια στιγμή επεισόδια εκτυλίσσονται, ανάμεσα σε πλήθος ανθρώπων, οι οποίοι παρακολουθούν τα όσα διαδραματίζονται, συλλαμβάνεται από τις αστυνομικές δυνάμεις. Εν μέσω των διαμαρτυριών του συγκεντρωμένου πλήθους, αλλά και δημοσιογράφων που κάλυπταν τα γεγονότα –ενδεικτική η περίπτωση ρεπόρτερ του «ΣΚΑΪ», κατά τη διάρκεια ζωντανής αναμετάδοσης–, οι οποίοι επεσήμαιναν ότι ουδεμία συμμετοχή είχε στις μαινόμενες συγκρούσεις, ο Θ. Ηλιόπουλος πέφτει θύμα της βαναυσότητας των ανδρών των ΜΑΤ. Οδηγείται στη Γενική αστυνομική Διεύθυνση, όπου έκπληκτος βλέπει να του προσάπτεται πληθώρα σοβαρών κατηγοριών. Σύντομα κρίνεται προφυλακιστέος· παραμένει έκτοτε έγκλειστος στις φυλακές. Είναι πλέον ο μόνος που εξακολουθεί να κρατείται για τα γεγονότα του Δεκεμβρίου, αφού τελευταίως οι αρμόδιοι έκριναν πως η κράτηση του θα πρέπει να παραταθεί για ένα ακόμη εξάμηνο· αιτιολόγησαν δε την απόφαση τους, υπογραμμίζοντας ότι ο κατηγορούμενος –για τον οποίον σημειώνουν πως με τις ενέργειες του «τραυμάτισε τη Δημοκρατία»– δεν επέδειξε μεταμέλεια. Και, όντως, ο Θ. Ηλιόπουλος ουδέποτε δήλωσε τη μεταμέλεια του, απλά επειδή ουδέποτε απεδέχθη τα όσα του καταμαρτυρούν· αλλά αντίθετα εξαρχής διακήρυττε την αθωότητα του, γεγονός, προφανώς, ανεπίτρεπτο που, σύμφωνα πάντοτε με την ακατανίκητη λογική των αξιότιμων δικαστών, ισοδυναμεί με «απουσία μεταμέλειας» – μίλησε κανείς για το τεκμήριο της αθωότητας; Ο κατηγορούμενος αποδεικνύεται αδίστακτος, τολμά και αμφισβητεί τις καταθέσεις των αστυνομικών οργάνων! Συνιστούν αυτές, άλλωστε, το μόνο επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του, παρότι τα όργανα τις τάξεως δεν κατόρθωσαν ενώπιον της ανακρίτριας, και προτού αυτή τους υποδείξει τον «ένοχο», να ανακαλέσουν στη μνήμη τους το πλέον χαρακτηριστικό στοιχείο της εμφάνισης του, τη μακριά γενειάδα και το κοτσιδάκι όπου ήταν πιασμένα τα μαλλιά του – στοιχείο που, εδώ που τα λέμε, είναι, ευλόγως, από μόνο του ενοχοποιητικό, όταν η Δικαιοσύνη ασχολείται με τρίχες, εκτός βέβαια και αν ο κατηγορούμενος συν τοις άλλοις φορά και ιερατικά άμφια. Επρόκειτο για το ίδιο πρόσωπο που, με το πρόσωπο ακάλυπτο, φέρεται να εκτόξευε εναντίον τους παντός είδους αντικείμενα, πρωτοστατώντας στα επεισόδια, για ώρες συνεχόμενες – πρόκειται για τις ίδιες ώρες, όπου μάρτυρες καταθέτουν ότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν αλλού. Αλλά βέβαια οι καταθέσεις των αστυνομικών διέπονται από μεγαλύτερη φερεγγυότητα εν συγκρίσει με τις μαρτυρίες των κοινών θνητών και δεν είναι η πρώτη φορά όπου κάποιος διώκεται με μόνες αυτές ως «πειστήριο». Τέτοιες περιπτώσεις με κατηγορητήρια που θεμελιώνονται εξ ολοκλήρου σε χαλκευμένα στοιχεία έχουμε επανειλημμένως δει να καταρρέουν στο παρελθόν κατά την εκδίκαση των σχετικών υποθέσεων. Ας αναφέρουμε ενδεικτικά την περίπτωση του Simon Chapman, ο οποίος χρειάστηκε να παραμείνει προφυλακισμένος για 6 μήνες, προτού οι δικαστές κατορθώσουν να διακρίνουν, αυτό που οι απλοί άνθρωποι είχαν προ πολλού δει σε σχετικό βίντεο της ΕΤ3, όπου οι άνδρες των ΜΑΤ εμφανίζονται να συγκεντρώνουν πλήθος από τσάντες με μολότωφ που περισυλλέγουν από το θέατρο των επεισοδίων, και να τις «φορτώνουν» στον εμβρόντητο, χτυπημένο από τα γκλομπ τους, διαδηλωτή· ή πιο πρόσφατα εκείνη την περίφημη του φοιτητή με τα «πράσινα παπούτσια». Και για κάθε υπόθεση που τυχαίνει να δει το φως της δημοσιότητας υπάρχουν ποιος ξέρει πόσες παρόμοιες, όπου όσοι, άθελα τους, καθίστανται πρωταγωνιστές δεν συλλαμβάνονται από το φακό – συλλαμβάνονται όμως από τις δυνάμεις της τάξεως. Ζητάμε την αποφυλάκιση του Θ. Ηλιόπουλου, έχοντας πειστεί για την αθωότητα του. Αλλά αφού συνιστά σύνηθες φαινόμενο διάφορες περιθωριακές, εντός ή εκτός εισαγωγικών, ομάδες να αιτούνται της απελευθέρωσης κρατουμένων, θα είναι αρκετοί όσοι στα λεγόμενα μας θα αντιτείνουν: «Kι εμάς τι μας νοιάζει για το φίλο σας; Τα έχουμε ξανακούσει». Στο ερώτημα αυτό θα επιχειρήσουμε να απαντήσουμε στη συνέχεια, έχοντας ήδη έως το τρέχον σημείο παραθέσει, νομίζουμε, ορισμένα επιχειρήματα, ευελπιστώντας ότι θα καταδειχθεί πως η αλληλεγγύη που εκφράζουμε δεν είναι «ελεημοσύνη», πρόκειται εδώ για μια κίνηση πολιτική· για μια υπόθεση πολιτική, για μια υπόθεση, δηλαδή, που αφορά τον καθένα. Αλλά ας αρχίσουμε προασπιζόμενοι τη στοιχειώδη λογική: Οι κινητοποιήσεις των φυλακισμένων του περσινού Νοεμβρίου έληξαν με τις εξαγγελίες του τότε υπουργού δικαιοσύνης Χατζηγάκη, ο οποίος δεσμευόταν για τη λήψη μέτρων, υποσχόμενος την αποσυμφόρηση των φυλακών, τη βελτίωση των άθλιων συνθηκών κράτησης. Ο Διάδοχός του βουλευτής Κέρκυρας κος Δένδιας τι έχει πράξει ως προς την υλοποίηση των εν λόγω εξαγγελιών; Ο Θοδωρής Ηλιόπουλος προφυλακίστηκε με την αιτιολογία ότι είναι ύποπτος τέλεσης νέων αδικημάτων, παρότι διατηρεί λευκό ποινικό μητρώο· παρόλο που είναι γνωστός ο τόπος διαμονής του. Θα μπορούσε κάλλιστα να αφεθεί ελεύθερος έως την τέλεση της δίκης, προκειμένου, συν τοις άλλοις, να μην επιδεινώνεται περεταίρω το πρόβλημα του συνωστισμού στα κατ’ ευφημισμόν αποκαλούμενα «σωφρονιστικά καταστήματα», όπου οι κρατούμενοι στοιβάζονται σε συνθήκες ανεπίτρεπτες. Αντ’ αυτού παράτυπα κρατείται, γιατί άραγε; Επειδή «τραυμάτισε τη Δημοκρατία», ισχυρίζονται όσοι συστηματικά, κατ’ εξακολούθησιν, «τραυματίζουν» τα ανθρώπινα δικαιώματα, τις θεμελιώδεις ελευθερίες. Όσοι υπηρετούν πιστά το παρόν ολιγαρχικό καθεστώς, υπεραμύνονται αυτού και ταυτοχρόνως των δικών τους προνομίων που από αυτό απορρέουν, μεριμνούν, ούτως ώστε να μένει η δημοκρατία στο απυρόβλητο, αλώβητη. Κανείς, ούτε και οι ίδιοι, δεν μπορεί να την πλήξει· αφού ουδείς δύναται να «τραυματίσει» κάτι που απλά δεν υφίσταται. Ο Θ. Ηλιόπουλος ήδη μετρά 8 μήνες έγκλειστος. Όταν με την εκδίκαση της υπόθεσης φανεί η σαθρότητα του κατηγορητηρίου, αυτό καταρρεύσει εξαιτίας της παντελούς απουσίας στοιχείων, θα λάβει ο αθωωθέντας κάποια «αποζημίωση»; Θεωρείται το διάστημα των 8 μηνών μεγάλο ή μικρό; Θα έχουν άραγε εντός των επομένων 8 μηνών διεξαχθεί πρόωρες εκλογές; Ο Θ. Ηλιόπουλος τη στιγμή που οι γραμμές αυτές γράφονται συμπληρώνει 20 ημέρες απεργίας πείνας. Είναι 20 μέρες πολλές ή λίγες; Πόσο μετράνε σε «πολιτικό χρόνο»; Ο κος Νίκος Δένδιας, καθ’ ύλην αρμόδιος υπουργός για υποθέσεις, όπως αυτή του Θ. Ηλιόπουλου, σε διάστημα λίγων ημερών –ας πούμε 20– προσέθεσε στο ενεργητικό του μια σειρά σπουδαίων επιτευγμάτων. Προσφάτως παρουσιάστηκε στην Κέρκυρα η προμελέτη για την κατασκευή αερολιμένος στην περιοχή της Λευκίμης, υπόθεση την οποία ο υπουργός έχει ταυτίσει με το άσπιλο πρόσωπό του – πρόκειται για ένα έργο-αναπτυξιακό δώρο στους ιθαγενείς της περιοχής, οι οποίοι στην πλειονότητα τους φαίνεται να το αποδέχονται ασμένως, και που πολλοί ισχυρίζονται ότι είναι αδύνατο να γίνει, ενώ αν γίνει είναι πρόδηλο ότι θα σημάνει μιαν ασύλληπτη οικολογική καταστροφή για το σύνολο του νησιού. Επίσης ο κος Ν. Δένδιας πέρασε στη βουλή το περιβόητο νομοσχέδιο για τις κουκούλες· και ακόμη προωθούνται οι γνωστές ρυθμίσεις για την απρόσκοπτη συνεχή χρήση των καμερών σε δημόσιους χώρους, τη συλλογή και διατήρηση από τις διωκτικές αρχές του DNA πολιτών κλπ. Ο κος Ν. Δένδιας κινδυνεύει από δήμαρχος να γίνει κλητήρας, κατά το κοινώς λεγόμενο. Σημαντικό τμήμα του ακροατηρίου της νέας δημοκρατίας τείνει ευήκοον ους προς το ΛΑΟΣ. Ο εσωκομματικός αντίπαλος του κου Ν. Δένδια, του οποίου στην εκλογική αναμέτρηση του 2007 είχε επικρατήσει με βραχεία κεφαλή, κος Στέφανος Γκίκας, μέχρι πρότινος εκπρόσωπος τύπου του υπουργείου εθνικής άμυνας, πρώην αρχιπλοίαρχος του πολεμικού ναυτικού και με έτοιμη εκλογική πελατεία, προίκα από τον πρώην υπουργό της κυβέρνησης Μητσοτάκη, και επίσης στρατιωτικό, πατέρα του, φαντάζει ως μια ιδιαιτέρως θελκτική επιλογή για το εν λόγω ακροατήριο. Αλίμονο, όμως, ας είμαστε σοβαροί. Ο Θ. Ηλιόπουλος δεν είναι πια και τόσο σημαντικός. Η απελευθέρωση του ή μη δεν θα κρίνει την επανεκλογή ή μη του κου Ν. Δένδια, του οποίου η απελευθέρωση από τα δεσμά των εσωκομματικών ισορροπιών δεν αναμένεται. Ο κος Ν. Δένδιας είναι ένας πραγματιστής πολιτικός· γεγονός που δεν μπορεί παρά να σημαίνει ότι αντιμετωπίζει τους ανθρώπους ως πράγματα. Αλλά, τέλος πάντων, ο Θ. Ηλιόπουλος είναι σημαντικός για εμάς. Μεταξύ άλλων λόγων επειδή η περίπτωση του δεν αφορά μόνο τον ίδιο, επειδή στη θέση του θα μπορούσαμε να βρεθούμε εμείς, να βρεθεί σχεδόν ο οποιοσδήποτε. Βέβαια κατανοούμε ότι σε μια κοινωνία που αναδεικνύει ως αντιπροσώπους της ανθρώπους που συγχέουν τα κοινά με το προσωπικό όφελος, την –ειρωνεία! –«πολιτική» τους επιβίωση, το να θέτεις τον εαυτό σου στη θέση του άλλου δυσχεραίνεται. Αλλά, για να παραθέσουμε εδώ μια αποστροφή από την πρώτη επιστολή του Θ. Ηλιόπουλου μέσα από τη φυλακή, «το να «παίρνεις θέση», να μην κλείνεσαι στο εγώ σου, να βγαίνεις από την ατομική σου περίπτωση, είναι η υπεύθυνη στάση ενός συνειδητοποιημένου πολίτη». Κάνουμε, λοιπόν, έκκληση, απευθυνόμενη προς όλους, να το ξανασκεφτούν· και απαιτούμε… …την άμεση αποφυλάκιση του άδικα προφυλακισμένου Θοδωρή Ηλιόπουλου, βρισκόμενου σε απεργία πείνας από τις 10/7ηλεκτρονική συλλογή υπογραφών
25 Jun 2009, 14:38 | Το ύψος των λύτρων στα 2 ευρώ
Υπήρξε άλλοτε μια εποχή όπου οι «πολιτικοί ταγοί», σύμφωνα με τους ισχυρισμούς ορισμένων, φέροντο ως εβρισκόμενοι εις θέσιν να καυχηθούν ότι παρέμεναν αυστηρώς αμετακίνητοι στις θέσεις τους. Ύστερα οι θέσεις εγκαταλείφθηκαν έξαφνα και ως επακόλουθο αυτής τους της απελευθέρωσης, της αποτίναξης των δεσμών τους, οι επαγγελματίες της πολιτικής επιδόθηκαν –και εξακολουθούν, δίχως φειδώ, να αποδύονται έκτοτε– σε μια ατέρμονη μετακίνηση. Όπως οι ήρωες του Λουί Μπουνιουέλ στην ταινία «Η κρυφή γοητεία της μπουρζουαζίας», άσκοπα περιφέρονται από δεξίωση σε επίσημο δείπνο, παρακάθονται σε πληθώρα γευμάτων, ενώ στο διάστημα που εναπομένει ανάμεσα σε όλα αυτά οι συνδαιτυμόνες συλλαμβάνονται να βαδίζουν αποκαμωμένοι, ολομόναχοι, στον ίδιο ερημικό δρόμο· δίχως ποτέ να φτάνουν οπουδήποτε. Η απαίτηση κανείς να βρίσκεται παντού ταυτοχρόνως, η απορρέουσα από την προηγηθείσα μεταμόρφωση του σε τηλεοπτική εικόνα, αποδεικνύεται συνώνυμη του να μην είναι ποτέ πουθενά. Και είναι, ίσως, ακριβώς η επίγνωση αυτής της συνθήκης της οποίας η απώθηση μάταια επιζητείται, όταν οι επιβάτες, μεταφερόμενοι αεροπορικώς από τον ένα διεθνή αερολιμένα στον επόμενο, περιοδεύοντας ανά τα τουριστικά θέρετρα της υφηλίου, μεταβαίνοντας από το αεροδρόμιο στην υπερπολυτελή ξενοδοχειακή μονάδα, ερίζουν ενίοτε για το τοπωνύμιο –το όνομα «Μακεδονία»– όπου ένα αεροσκάφος φέρει στο φτερό του. Ως ενοχλητική υπόμνηση της ανεστιότητας τους, η επίμονη αίσθηση του τζετ λαγκ, ελάχιστη παρενέργεια της εκμηδένισης των αποστάσεων, δηλαδή της απώλειας της σημασίας του τι είναι πού, συνιστά το έτερο πράγμα που συνοδεύει τους εκδρομείς σε κάθε ασταθές βήμα τους, μετά την αυστηρή φρούρηση. Και θα μπορούσε, ας μην παραλείψουμε να το πούμε, να υποθέσει κανείς ότι η παρουσία αυτής της τελευταίας αποσκοπεί ακριβώς στη διαφύλαξη του φοβερού μυστικού· αποβλέπει στην αποτροπή των αδιάκριτων βλεμμάτων. Θα μπορούσε να διατυπωθεί ο εν λόγω ισχυρισμός, εφόσον βέβαια, σε πλήρη εναρμόνιση με τα όσα λαμβάνουν χώρα στη χώρα του παραμυθιού, οι θεατές, εθελοτυφλώντας, δεν ήταν απολύτως πρόθυμοι να συμβάλλουν στη συγκάλυψη. Με τη μόνη διαφορά να συνίσταται στο ότι εδώ δεν είναι τα καινούρια ρούχα του αυτοκράτορα εκείνα τα οποία λείπουν· πίσω από αυτά έχουμε την απουσία του υποκείμενου καθεαυτού.Έτσι η έκφραση «συμμετέχουν στη σύνοδο», που κατά κόρον χρησιμοποιείται, προκειμένου να δηλωθεί ότι οι ηγέτες παρακάθονται σε ένα ακόμη γεύμα, συνιστά σαφέστατα ευφημισμό – έναν ακόμη· διότι η σύνοδος απαιτεί τη διάνυση μιας σταθερής τροχιάς, όπως επίσης να διαθέτεις βαρύτητα, την οποία, δυστυχώς, τα διαστημικά σκουπίδια, τα επιπλέοντα στο αχανές διάστημα υπολείμματα των ψυχροπολεμικών δορυφόρων, στερούνται. Η σύνοδος του Ερμή με την Αφροδίτη· μεγάλη εύνοια για τα ερωτικά σας – και όλως τυχαίως ή κατά δαιμονική σύμπτωση είθισται η συμβουλές των άστρων να παρουσιάζονται εμβόλιμες στις σελίδες των οικονομικών ενθέτων των εφημερίδων… Το φαινόμενο, λοιπόν, του οποίου η εκδήλωση επίκειται θα ήταν δυνατό να παραλληλιστεί ακριβέστερα με μια βροχή μετεωριτών· σημειώνεται υπακούοντας στις επιταγές μιας κάποιας περιοδικότητας, όντας ορατή κάθε φορά από άλλο σημείο του πλανήτη Γη. Θα προσελκύσει το ενδιαφέρον όσων εναλλακτικά θα μπορούσαν να επιδίδονται στο κυνήγι κυκλώνων – όπως κάθε κυκλώνας, άλλωστε, έτσι και η σύνοδος θα περιστραφεί γύρω από τον εαυτό της.Η επιλογή της νήσου Κέρκυρας ως τόπου τέλεσης της άτυπης συνόδου των υπουργών εξωτερικών των χωρών-μελών του Οργανισμού για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη, προϊόν δαιμονικής έμπνευσης ή όχι, υπήρξε, οφείλουμε, κατόπιν όλων αυτών, να ομολογήσουμε, η πλέον κατάλληλη· η ιδανική θα τολμούσαμε να ειπούμε· δίχως περιθώρια σφάλματος… Ασφάλεια· «α» στερητικό + «σφάλω». Η απουσία σφάλματος που προϋποθέτει την απουσία. Η παράδοση στην αδράνεια, η πλήρης απραξία, συνιστά την μόνη επιλογή που διασφαλίζει ότι κανένα σφάλμα δεν θα διαπραχθεί. Είναι γι’ αυτό που η στασιμότητα, η οποία συνοδεύεται από την προαναφερθείσα υπερκινητικότητα –η κίνηση σε τροχιά αδράνειας– ως αντιπερισπασμό, εκδηλώνεται. Eίπαμε· φέρνουν στο νου όσοι φέρονται να κρατούν τις τύχες τις ανθρωπότητος στα χέρια τους τους αστούς του Μπουνιουέλ. Στον «Άγγελο εξολοθρευτή» ένα ζευγάρι τέτοιων δεξιώνεται πλήθος ομοίων τους, εκπροσώπων της υψηλής κοινωνίας. Μετά το πέρας της βραδιάς, για λόγο άγνωστο, κανείς μα κανείς από το συγκεντρωμένο πλήθος δεν δύναται να διαβεί το κατώφλι της σάλας· όλοι τους παραμένουν δίχως προφανή αιτία, δίχως εξήγηση, παγιδευμένοι εντός των ορίων του living room, έρμαια μιας μυστηριώδους, ακατανόητης –όσο και ακατανίκητης– δύναμης. Το στοιχείο του παραλόγου είναι βέβαια διάχυτο στην τέχνη του αμετανόητου σουρεαλιστή Μπουνιουέλ· αλλά εν προκειμένω η πραγματικότητα ίσως και να ξεπερνά την πλέον οργιάζουσα φαντασία, αφού κατ’ εξοχήν παράλογη είναι η επιδίωξη της επιβολής του «ορθολογικού» ελέγχου επάνω στη φύση και τους ανθρώπους. Θα ήλπιζε κανείς ότι οι αξιωματούχοι, καταβεβλημένοι, εξουθενωμένοι από τις προσανατολιζόμενες στην κατεύθυνση αυτή προσπάθειες τους, θα αναγνώριζαν τη ματαιότητα τους, αποφασίζοντας να καταθέσουν τα όπλα. Μόνη η ακλόνητη πίστη των φλογισμένων αντικαπιταλιστών –προορισμένη να περισώσει τις δικές τους αδιαπραγμάτευτες βεβαιότητες– στην ικανότητα μιας χούφτας ραδιούργων να κινούν από τα παρασκήνια τα νήματα θα έμενε να τονώνει το καταρρακωμένο ηθικό των «ιθυνόντων», να διατηρεί κάποια ψήγματα από το κύρος τους που φθίνει, την «αίγλη» τους που τρεμοσβήνει. Έτσι, μεταξύ τύρου και αχλάδου, κρατώντας νωχελικά το ποτό τους, οι «κυρίαρχοι» θα εκμυστηρεύθηκαν, ενδεχομένως, ο ένας στον άλλον πως, δυστυχώς, ο κόσμος δεν μπορεί να κρατηθεί ακινητοποιημένος. Τα πάντα είναι ρευστά· έστω και αν δεν ρέουν επί του παρόντος· αλλά απλά υγροποιούνται. Λιώνουν, όπως τα παγάκια στο αφημένο ποτήρι – μισοάδειο αυτό. Και να! Ετούτο δα τουλάχιστον είναι βέβαιο· οι πάγοι λιώνουν. Η σύνοδος ΝΑΤΟ – Ρωσίας θα διεξαχθεί στις 26 του μηνός. Και ύστερα όλοι μαζί θα πάμε να εξαντλήσουμε τα αποκαλυπτόμενα κοιτάσματα καυσίμων στο Β. Πόλο… Οποία φιλοδοξία! Η Κέρκυρα, το αλλοτινό σταυροδρόμι πολιτισμών, απετέλεσε ιδανική επιλογή ως τόπος διεξαγωγής της συνόδου, είναι σίγουρο. Λίγες μόλις ημέρες προ της ενάρξεως της μια έκπληξη ανέμενε του περιχαρείς επισκέπτες και εμάς τους Κερκυραίους που μείναμε εμβρόντητοι, αντικρίζοντας τους νεκραναστημένους δόγηδες, το Μεγάλο Προνοητή της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας, τους ιερωμένους με τα χρυσοποίκιλτα άμφια. Υπό τον ήχο των τυμπάνων, φρουρούμενοι, περιδιάβηκαν τους δρόμους της παλαιάς πόλης για μια τελευταία φορά. Πικρό μειδίαμα. Διαβάζουμε: «Καλλιτεχνικές παραστάσεις των “figuranti” της ομάδας ιστορικών αναπαραστάσεων CERS, που θα παρουσιάσουν της κλασικές φιγούρες της αντιπροσωπίας της Γαληνοτάτης στα τέλη του 16ου αιώνα». Υπό την αιγίδα της Περιφέρειας Ιονίων Νήσων και του Δήμου Κερκυραίων. Τα φλας άστραψαν… Και θα αστράψουν ξανά. Η έλευση στην Κέρκυρα του πλήθους των αντιπροσωπιών, η επιτυχής τέλεση της συνόδου, λογίζεται ως μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για τη διεθνή προβολή του νησιού ως ποιοτικού τουριστικού προορισμού. Οι εξέχουσες προσωπικότητες, κάνοντας διακοπές στην Κέρκυρα, πέφτουν θύματα της ίδιας τους της μηχανής· υποβαθμίζεται η σύσκεψη τους σε τουριστική ατραξιόν – και θα συνιστούσε ευχής έργον αν το ζεύγος Κλίντον, που φέρεται να σχεδιάζει ολιγοήμερες διακοπές στην Κρήτη απ’ όλα τα μέρη, εναρμόνιζε το πρόγραμμα του με αυτό των «Ionian concerts», ούτως ώστε στα πλαίσια αυτών να εντασσόταν ένα ρεσιτάλ σαξοφώνου του άλλοτε προέδρου των ΗΠΑ.Είναι οι παράνομοι μετανάστες εκείνοι για των οποίων την «εξολόθρευση» οι άγγελοι μεριμνούν – και, καθώς οφείλουμε να ομολογήσουμε, πλήθος περιστατικών συντείνουν στο ότι η συγκεκριμένη λέξη θα μπορούσε να παρατεθεί και εκτός εισαγωγικών. Η ασφάλεια της μονάκριβης Ευρώπης που αποτυπώνεται στη μια εκ των δύο όψεων ενός νομίσματος φέρεται να απειλείται από όσους παίζουν τη ζωή τους κορώνα-γράμματα. Η πάταξη της παράνομης μετανάστευσης καταλαμβάνει προεξάρχουσα θέση στην ατζέντα του προσεχούς weekend και έτσι κατά ειρωνεία της τύχης, οι εκδρομείς, όσοι καταβάλουν φιλότιμες προσπάθειες, προκειμένου να αναγάγουν σε υψηλή τέχνη το να μετακινείσαι διαρκώς, δίχως ποτέ να πηγαίνεις πουθενά αλλού, απεργαζόμενοι τον αφανισμό της λαθραίας μετανάστευσης, –ίσως της μόνης εναπομείνασας μορφής μετακίνησης που υπαγορεύεται από την ανάγκη– φιλοδοξούν να προλειάνουν το έδαφος για την εξάλειψη του ταξιδιού. Ο συμβολισμός είναι προφανής: Στον τόπο αυτό που υπήρξε κάποτε πέρασμα ανάμεσα σε ανατολή και Δύση, ένα άλλο πέρασμα αξιώνεται να συντελεσθεί. Η οριστική μετάβαση από την περιπλάνηση στο παράδερμα· η έκλειψη του ταξιδιού προς μεγάλο όφελος της τουριστικής οικονομίας. Η τέλεση αυτής της «συνάντησης», της «συνόδου», ως φάρσας σε αυτό το τέως θέατρο συνάντησης πολιτισμών έρχεται απλά ως επαλήθευση της διάχυτης αίσθησης ότι εδώ καμιά συνάντηση δεν είναι πια εφικτή.Στην περιοχή της Σπηλιάς την ίδια ώρα, στο υπό κατασκευήν καταφύγιο τουριστικών σκαφών –έτσι είναι, το καταφύγιο παρέχεται μονάχα σε όσους δεν το έχουν ανάγκη– η ανέγερση κυματοθραύστη ύψους 3 μέτρων προβλέπεται, προκειμένου ένα κύμα άλλο από αυτό της μετανάστευσης να περιοριστεί. Η μαρίνα αυτή, όπου τα πλεούμενα όσων εκ του ασφαλούς υποδύονται τους θαλασσοπόρους θα ελλιμενίζονται με ασφάλεια, ασφαλώς συνιστά ένα κάποιο ανάλογο για τις χίμαιρες που ορισμένοι κυνηγούν· το «ομοίωμα», τη μικρογραφία ενός πλανήτη λιμνάζοντος. Τα μέτρα προφύλαξης λογίζονται ως αναγκαία· μια ριπή ανέμου είναι αρκετή για να μεταδοθεί η επιδημία. Μάσκα προστασίας· αποστείρωση· καραντίνα, απομόνωση των φορέων. Να προσέχεις στο δρόμο μη σε σκουντήξουν οι βρώμικοι. Αν τα μέτρα, βέβαια, είχαν ληφθεί εγκαίρως όλα θα προλαμβάνονταν· η απαγωγή θα είχε αποτραπεί. Ο ξένιος Δίας-ταύρος θα είχε κρατηθεί σε κέντρο φιλοξενίας προσφύγων –άλλωστε κατά των Ηρόδοτο οι Έλληνες δανείστηκαν τους θεούς τους από τους Βαρβάρους. Η Ευρώπη θα ήτο ασφαλής…Το προαναφερθέν «τείχος» εν μέσω της θάλασσας, κρύβοντας τη θέα προς αυτήν, θα μπορούσε να ιδωθεί ως μια μεταφορά για τη «διορατικότητα» των ηγετών –κυρίως, όμως, για τη διορατικότητα των κοινωνιών– που προκρίνουν τη «μεταφορά» –εδώ όχι με έννοια μεταφορική, τις μαζικές μεταφορές– έναντι του ταξιδιού, τη στιγμή όπου η εγκατάλειψη του τέλματος, στο οποίο έχουν περιέλθει, καθίσταται προδήλως επιτακτική. Ο «πλούτος», η υλική ευμάρεια της οποίας προαμύνονται· το γεγονός ότι η μετανάστευση αναγνωρίζεται ως αναγκαία για τη διεύρυνση της, για την περεταίρω συνέχιση της «ανάπτυξης» – η συνέχιση που προκρίνεται έναντι της αλλαγής της αυτοαλλοίωσης· όλα τους συμβαδίζουν με μια δίχως προηγούμενο φαντασιακή ένδυα, απόρροια της καταβαράθρωσης της κοινότητας που με τη σειρά της συνιστά αποτέλεσμα ακριβώς της επέλασης της προαναφερθείσας «ανάπτυξης», μιας και αναπτύσσεται αυτή ως παράσιτο, απομυζώντας την κοινωνία-ξενιστή. Αν οι μετανάστες έχουν να προσκομίσουν κάποιο πλούτο είναι αυτός η κοινότητα που ως ένα βαθμό επιβιώνει στις εν πολλοίς παραδοσιακές, «υπανάπτυκτες», κοινωνίες προέλευσης τους. Είναι, λοιπόν, η πιθανή μετάδοση ετούτης της νέας γρίπης από τους μετανάστες η οποία προξενεί τον τρόμο. Η επαφή με τους «ξένους» φέρνει αλγεινές μνήμες στην επιφάνεια από την επαφή με τους διπλανούς που, σε μια κοινωνία μαστιζόμενη από την ιδιωτικοποίηση που αποτελεί παρελκόμενο της υπερίσχυσης του οικονομικού κινήτρου έναντι παντός άλλου, έχει καταστεί απευκταία. Ο συνωστισμός, οι στενές επαφές, καλόν είναι να αποφεύγονται… Έτσι η σύνοδος των υπουργών εξωτερικών θα λάβει χώρα –τι ειρωνεία!– εντός ενός προστατευόμενου θόλου. Είναι επόμενο· η θεσμισμένη εξουσία δεν θα μπορούσε παρά να είναι διαχωρισμένη σε έναν κόσμο θρυμματισμένο, όπου οι «κόκκινες ζώνες» που είθισται να χαράσσονται στις συνόδους των διαφόρων διακρατικών οργανισμών, αποτελώντας ενίοτε το «κόκκινο πανί» –για τον ταύρο, όμως, μιλήσαμε νωρίτερα– για τους πολέμιους της παγκοσμιοποίησης, δεν συνιστούν το μείζον, ωχριούν ενώπιον άλλων. Ο κόσμος αυτός, σε πείσμα των κραυγών περί της τελευταίας, φαίνεται να «αυτοανατέμνεται», να κατακερματίζεται σε πλήθος ζωνών, ίσως επειδή έτσι πρέπει να συμβαίνει με τους πάγους που λιώνουν. Αναρίθμητα παγόβουνα πλέουν ανά την υφήλιο – οι θεσμικοί άρχοντες δεν είναι παρά η κορυφή του παγόβουνου. Αναρίθμητα μικρότερα και μεγαλύτερα παγωμένα πλωτά νησιά, απότοκα της τήξεως της πάλαι ποτέ μεγάλης παγωμένης ερήμου. Από το τουριστικό νησί της Κέρκυρας –μια ζώνη παραθερισμού άραγε να λιώνει γρηγορότερα;– ως τις «νησίδες αντίστασης στην εξουσία/στον καπιταλισμό», όπου οι παγιωμένες θέσεις των πολικών αρκούδων που ισορροπούν μόνες στην άκρη, δεν αρκούν για να αποκρυφθεί ότι το έδαφος, αργά αλλά σταθερά, υποχωρεί κάτω από τα πόδια τους – ή μήπως πρόκειται για μαμούθ κατεψυγμένα μέσα στους παγετώνες; Με τα νύχια τους συνεισφέρουν και αυτές όσο μπορούν στην κατακρεούργηση του αστικού σώματος –έχουμε εν προκειμένω να κάνουμε με ζώνες γκρίζες– που εδώ στην Κέρκυρα έχει επισημοποιηθεί με τον εγκλεισμό της παλαιάς πόλης εντός της «ζώνης προστασίας» της unesco, ως μνημείο παγωμένης –όπως τα μαμούθ στα παγόβουνα έτσι και αυτή πρέπει να φυλάσσεται στους -30C– πολικής κληρονομιάς – στην Κέρκυρα ετούτος ο Ιούνιος ήταν πολύ κρύος…Αλλά κυρίως, όπως επιχειρήσαμε να δείξουμε, είναι τα μικρά κουβούκλια, οι ασφυκτικοί θύλακες, που τείνουν να κατακλύσουν τον κόσμο. Απειλούν αυτοί να γίνουν τόσοι, όσοι και όλοι εμείς. Άρτια λαξευμένες παγοκολόνες, όπως αυτές όπου ο Ντόναλντ Ντακ παγιδεύεται, έχοντας προηγούμενα πέσει στην παγωμένη λίμνη, αφού το λεπτό στρώμα πάγου έξαφνα υποχώρησε. Skating on thin ice. Κρακ! – και κουααάκ! Ας μην κάνουμε την πάπια. Είναι η παγωμάρα της εποχής της μετανεωτερικότητας. Γι’ αυτό το να καταλύσουμε τις ζώνες από τις οποίες αποκλειόμεθα ίσως προϋποθέτει να εξέλθουμε από αυτές στις οποίες είμαστε μέσα· ενίοτε οικειοθελώς. Λαμβανομένων τούτων υπ’ όψιν, δηλώνουμε κατηγορηματικώς ότι εφόσον τελικά αποφασίσουμε να μετάσχουμε στις προγραμματισμένες κινητοποιήσεις εναντίον της συνόδου –θα εξαρτηθεί αυτό από την έγκαιρη ή μη απόψυξή μας, μείνατε συντονισμένοι όσοι κόπτεσθε στο blog της Αυτόνομης Θέρμανσης Κέρκυρας– θα το πράξουμε ως μια ακόμα στιγμή στη διαρκή προσπάθεια να συμβάλουμε στη διάρρηξη των προαναφερθεισών αδιόρατων ζωνών· όχι θεωρώντας τη συμμετοχή μας ως ένα γεγονός ξέχωρο, αποσπασμένο, διαχωρισμένο, αποδίδοντας στη σύνοδο «εξέχουσα» σημασία. Θα το κάνουμε έχοντας ως μέλημα να απευθυνθούμε στους παρακείμενους διαβάτες, όχι στους ΥΠΕΞ-(υπερ)κείμενους «επιβάτες». Οι μάχες χαρακωμάτων μας απωθούν, ο χωρισμός σε στρατόπεδα μας ξενίζει. Πόσω μάλλον όταν ο κόσμος χωρίζεται από πληθώρα χαρακιών – ο χάρακας, ο «κανόνας»· η «κανονικότητα» του υποδεκάμετρου. Ξέρουμε πως όλα αυτά δεν θα ηχούν διόλου «ανταγωνιστικά». Αλλά, πάλι, ίσως να είναι καιρός –στην Κέρκυρα αυτός ο Ιούνιος υπήρξε βροχερός– να αποδώσουμε τα του καίσαρος το καίσαρι· το μονοπώλιο του ανταγωνισμού στον καπιταλισμό.
11 May 2009, 10:44 | Πώς να υπολογίσετε την ηλικία του κόσμου
Μια απόπειρα ερμηνείας των γεγονότων του Δεκεμβρίου του 2008 και διερεύνησης των διαγραφόμενων προοπτικών (σ.σ. κείμενο του οποίου επίκειται η κυκλοφορία υπό τη μορφή μπροσούρας)Είναι περίοπτη η θέση που επιφυλάσσεται για τους νέους στη σύγχρονη κοινωνία – όπου την πλέον εξέχουσα θέση καταλαμβάνει η οικονομία. Για να το διαπιστώσει αυτό κανείς αρκεί μια φευγαλέα ματιά στις τηλεοπτικές ζώνες του prime time, τις απευθυνόμενες σε αυτούς πρωτίστως. Να λάβει ως κριτήριο τις αγωνιώδεις προσπάθειες που όλοι καταβάλουν, προκειμένου να διατηρήσουν τη νεότητα τους «αναλλοίωτη». Και είναι ο εν λόγω χιμαιρικός πόθος καθόλα συμβατός με το χρόνο της καπιταλιστικής κοινωνίας. Με την εξύμνηση του «νέου» που, παραταύτα, συνήθως αναδύεται ως κατά το μάλλον ή ήττον διαφοροποιημένη εκδοχή του ιδίου σε μια διαδικασία ανάλογη της περιοδικής εναλλαγής των «τάσεων» της μόδας. Brand new… Παραπέμπει η αξίωση να απαλειφθούν τα σημάδια του χρόνου –όπου, προφανώς, γίνεται αντιληπτός εν προκειμένω μονάχα ως φθορά– χειρουργικά, διαμέσου των επιτευγμάτων της κοσμετικής ιατρικής –η ιατρική που εδώ τίθεται στην υπηρεσία της νοσηρότητας– στην επιδιωκόμενη από κοινωνίες αλλοτινές συγκάλυψη του γεγονότος της αυτοαλλοίωσης τους· συντελείτο, όμως, η τελευταία, ακόμη και στις περιπτώσεις εκείνες όπου φαινομενικά επικρατούσε η καθολική ακινησία, η απόλυτη στασιμότητα. Στις μέρες μας ο αφορισμός των γηρατειών, προδίδοντας τον τρόμο ενώπιον του επικείμενου θανάτου, δεν είναι δυνατό να αποκρύψει, αλλά μόνο να υπογραμμίσει τη ραγδαία γήρανση της υφιστάμενης κοινωνικής θέσμισης. Το γήρας δεν είναι το μόνο που βάλλεται· ο πόλεμος που έχει κηρυχθεί είναι ολοκληρωτικός· τα εξαπολυόμενα πυρά στρέφονται εναντίον του ανθρώπου καθεαυτού· σε όλες του τις ηλικίες.*Το εγκώμιο που πλέκεται για την «παιδικότητα» έχει την όψη που αρμόζει σε νεκρώσιμο στέφανο. Καλούμαστε να «μείνουμε πάντα παιδιά». Το «παιδί μέσα μας» φέρνει στο νου τη μοναδική στα ιατρικά χρονικά περίπτωση ενός Αιγυπτίου, του οποίου οι έντονοι πόνοι στην κοιλιακή χώρα στάθηκαν αφορμή, για να διαπιστωθεί πως «κυοφορούσε» το δίδυμο αδερφό του. Η άλλη περίπτωση, όπου κανείς φέρει το δυσβάστακτο φορτίο ενός άταφου νεκρού παιδιού εντός του, είναι σαφώς πιο συνήθης. Τα παιδιά-ενήλικες διακατέχονται από τη συναισθηματική ανωριμότητα, η οποία αρμόζει στην καταναλωτική κοινωνία. Η καθήλωση απορρέει στο σχηματισμό της νεύρωσης. Η ακρωτηριασμένη, απονεκρωμένη φαντασία συνιστά το έτερο γνώρισμα που καθιστά εξόφθαλμη τη διάκριση ανάμεσα στην παιδικότητα και τον παλιμπαιδισμό. Οι εύθραυστες ισορροπίες που διέπουν το ψυχισμό των «παιδιών» υπαγορεύουν την έντεχνη αποφυγή ορισμένων ζητημάτων. Οι ερωτήσεις που αφορούν ζητήματα-ταμπού δεν χρήζουν απάντησης· παρακάμπτονται απλά. Οι άνθρωποι, για παράδειγμα, δεν πεθαίνουν, αλλά φεύγουν σε ταξίδι… Η απουσία, πάλι, δεν συμπορεύεται με το πένθος· ταξιδεύει μόνη της…*Η συνθήκη της θνητότητας, για λόγους η προσέγγιση των οποίων θα μας απασχολήσει εν συνεχεία, αγνοείται από τις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες επιδεικτικά. Η ιστορική τους καινοτομία έγκειται ακριβώς στο ότι, όπως θα δούμε, αδυνατούν να παράσχουν οποιαδήποτε απάντηση για την ανθρώπινη συνθήκη· για το αναπόδραστο του θανάτου. Αρκούμεθα, λοιπόν, στο να προσποιούμαστε ότι το ζήτημα δεν υπάρχει. Να το παραχώνουμε κάτω από το χαλί. Έτσι, αρκεί για κάποιο τυχαίο λόγο η μουσική σε ένα κατάμεστο κέντρο διασκεδάσεως –της οποίας η ένταση είναι ικανή να καταστήσει σαφές πως ο πιθανός ισχυρισμός, σύμφωνα με τον οποίο κανείς αδυνατεί να ακούσει την ίδια τη σκέψη του, οφείλει να εκληφθεί κυριολεκτικά– έξαφνα να σταματήσει, προκειμένου η αποκαλυπτόμενη εκκωφαντική σιωπή παγερή να καταμαρτυρήσει ότι μπορεί κανείς κάλλιστα να είναι παντελώς μόνος, όντας ταυτοχρόνως περιστοιχισμένος από το μεγαλύτερο πλήθος. Ισχυριζόμαστε πως το γεγονός της δολοφονίας του 15χρονου Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου απετέλεσε μια στιγμή αντίστοιχη. Οι σφαίρες διέτρησαν μια φανταχτερή βιτρίνα, αφήνοντας πρόσκαιρα να φανεί η ευτέλεια και η ρηχότητα του πραγματικού της περιεχομένου· ή πιο σωστά θυμίζοντας αυτό που όλοι, δίχως να θέλουν να το παραδεχτούν, ήδη γνώριζαν. Υποστηρίζουμε πως το γεγονός της δολοφονίας υπήρξε καταλυτικό, επειδή απετέλεσε μια υπόμνηση της θνητότητας. Μιας θνητότητας που μένει χωρίς «αποζημίωση»· για την οποία δεν παρέχεται κανένα φαντασιακά θεσμισμένο αντιστάθμισμα.*Ως υποκατάστατο για την κρίση της διαδικασίας εκκοινωνισμού, την κρίση της διαδικασίας ταύτισης, για το απλό γεγονός ότι στους νέους ανθρώπους δεν προσφέρεται από τις αποσαθρωμένες δυτικές κοινωνίες κανένας τρόπος θετικής κοινωνικοποίησης, προβάλλεται η καταφυγή στις νεολαιίστικες υποκουλτούρες. Οι αποξενωμένοι, «δυσπροσαρμοστικοί» νέοι, που μάταια αναζητούν εκεί να αναπληρώσουν την αίσθηση ότι ανήκουν σε μια κοινότητα, είναι σαφώς πιο δεκτικοί, κατά τι πιο «ευαίσθητοι» απέναντι στην προαναφερθείσα «υπόμνηση». Ο νεκρός είναι ένας από αυτούς. Ένας από όσους λογίζονται ως απειλή, καθότι με την ύπαρξη τους θυμίζουν στους μεγαλύτερους εκείνο όπου καταβάλουν κοπιώδεις προσπάθειες να απαλείψουν από τη συνείδηση τους· ότι το πέρασμα τους από αυτόν τον κόσμο είναι εξαιρετικά σύντομο· εφήμερο. Ορίστε για εσάς μια άλλη ερμηνεία για το «φαινόμενο της υπογεννητικότητας». Αντιμετωπίζονται για το λόγο αυτό οι νέοι με τη δέουσα καχυποψία που αποτυπώνεται στο απολογητικό υπόμνημα του Επαμεινώνδα Κορκονέα. Ίσως και να τολμήσουν να αμφισβητήσουν την αξίωση της παρούσας κοινωνικής θέσμισης να διαιωνίζεται αναλλοίωτη, έχοντας ως μόνη αιτιολόγηση το ότι απλά συμβαίνει να υπάρχει. Αιτιολόγηση που γεννά ένα ακόμη ερώτημα, το οποίο έρχεται να προστεθεί στις σωρευμένες ενοχλητικές αναπάντητες ερωτήσεις. Είναι και αυτές εδώ. Πάντοτε ήταν. Όταν οι 16χρονοι ήρθαν αντιμέτωποι με το θάνατο η πρόσκρουση –θα έπρεπε να– αναμενόταν σφοδρότατη· εκρηκτική. Δεν ήταν τόσο που τα παιδιά είχαν την ευκαιρία μιας θέας στο που «ταξιδεύουν», που πάνε οι νεκροί· που σκέφτηκαν ότι θα πεθάνουν. Ήταν που διαισθάνθηκαν πως δεν ζουν.*Το ερώτημα ανακύπτει αμείλικτο: «Σε πιο βαθμό και μέσω τίνος μπορούν τα άτομα να αποδεχθούν τους εαυτούς τους ως θνητούς δίχως θεσμισμένο φαντασιακό αντιστάθμισμα;». Θα τολμήσουμε να θεωρήσουμε ότι το εν λόγω ερώτημα που διατυπώνεται από τον Κορνήλιο Καστοριάδη είναι ρητορικό. Είναι επίσης ηλίου φαεινότερον πως στα σημερινά παιδιά, ακριβώς επειδή «τα έχουν όλα», όπως όλοι σπεύδουν να καταμαρτυρήσουν, δεν παρέχεται τίποτα, μιας και δεν τους αναγνωρίζεται το δικαίωμα να θέλουν κάτι άλλο· άλλο από αυτό που τους «προσφέρεται». Σήμερα κανείς δεν έχει τίποτα και γι’ αυτό όλοι θέλουν να έχουν όλο και περισσότερα και, επομένως, όλοι δεν μπορούν να έχουν τίποτα. Ή αλλιώς, όπως δεν παύουμε να υποστηρίζουμε, με τον κίνδυνο να επαναλαμβανόμαστε να ελλοχεύει, προκειμένου να συλλάβουμε τη δεδομένη κοινωνικο-ιστορική συγκυρία οφείλουμε να λάβουμε υπόψιν τη διαβρωτική δράση του καπιταλισμού. Την ιστορική καινοτομία του εν λόγω καθεστώτος, η οποία έγκειται στην αυτονόμηση της οικονομίας, στη θέση της στο επίκεντρο της κοινωνικής ζωής· στη μετατροπή της από εργαλείο που θα υπηρετεί την ανθρώπινη ζωή σε δυνάστη, ενώπιον του οποίου η ζωή, κάθε άλλη πτυχή της ανθρώπινης δραστηριότητας, θα υποκλίνεται, στερούμενη τη σημασία της. Η απαξίωση των θεσμών, στην οποία η θεσμοποιημένη κοινοτυπία εντοπίζει τα αίτια της «δυσαρέσκειας», της αποτράβηξης των ανθρώπων από τη δημόσια σφαίρα, δεν είναι παρά ένα σύμπτωμα. Δεν είναι οι θεσμοί που φθείρονται, είναι οι ίδιες οι σημασίες που θα μπορούσαν να τους εμψυχώσουν που εκλείπουν. Είναι ο ίδιος ο άνθρωπος που πλήττεται. Οι σύγχρονες δυτικές κοινωνίες αδυνατούν να δώσουν στον εαυτό τους νόημα, όπως θα όφειλαν. Αδυνατούν, αποδεικνύονται ανίκανες να νοηματοδοτήσουν τη ζωή και το θάνατο των ανθρώπων, να ανταποκριθούν στη θεμελιώδη ανάγκη της ψυχής για νόημα. *Υπό αυτές τις συνθήκες, όπου τίποτα δεν προσφέρεται προς επένδυση με νόημα, αυτή, η επένδυση, προσλαμβάνει άλλο «νόημα». Bits και bytes «επενδύονται». «second life»· «avatars». Γνωρίζαμε την «πραγμοποίηση». Η τάση του καπιταλισμού να αντιμετωπίζει τον άνθρωπο ως εξάρτημα μιας μηχανής, η ενδεικτική του παραλογισμού του. Η επίτευξη του στόχου θα συνεπαγόταν την κατάρρευση, αφού η ανθρώπινη δημιουργικότητα είναι ζωτικής σημασίας για το καθεστώς. Η τάση προς κυριάρχηση επάνω τους συναντούσε τη σθεναρή αντίσταση των ανθρώπων. Όλα αυτά είναι παλιά, όπως παλιός είναι αυτός ο κόσμος: Η ανταλλαγή της δημιουργικής δύναμης του εργαζομένου με τη δυνατότητα απόκτησης εμπορευμάτων· το πανεπιστήμιο, η μόνη επιχείρηση όπου ο πελάτης είναι ταυτόχρονα εργαζόμενος, αλλά και το προϊόν. Αξιοσημείωτα βήματα προόδου έχουν σημειωθεί· από την «πραγμοποίση» μεταβαίνουμε στη ψηφιοποίηση. Ο περιορισμός της συμμετοχής των ανθρώπων υπήρξε αρκετά επιτυχής, ώστε από την απομάκρυνση από τα κοινά να οδηγηθούμε στην «αποστασιοποίηση» από την πραγματικότητα.*Ο Ιβάν Ίλιτς στο βιβλίο του «Κοινωνία χωρίς σχολεία», όπου μιλάει για την εκσυγχρονισμένη εξαθλίωση, την εξάρτηση των κοινωνιών από θεσμούς αυτονομημένους που προκύπτει ως απόρροια της αποδιάρθρωσης της κοινότητας, ισχυρίζεται τα κάτωθι: Οι φτωχοί στέλνουν τα παιδιά τους στο σχολείο, ελπίζοντας πως θα μάθουν όσα μαθαίνουν εκεί τα παιδιά των πλουσίων. Οι τελευταίοι στέλνουν τα παιδιά τους στο σχολείο, προσδοκώντας πως έτσι δεν θα μάθουν όσα μαθαίνουν τα παιδιά των φτωχών στο δρόμο. Σήμερα όλοι ανεξαιρέτως στέλνουν τα παιδιά τους στο σχολειό για να μη μάθουν τίποτα – και είναι αυτό μια ακόμη απόδειξη της κατάρρευσης των τάξεων, αλλά σε αυτό θα επανέλθουμε. Τα παιδιά από τη μεριά τους, έως πρότινος, έναντι του ποδοσφαίρου στις αλάνες εξέφραζαν έμπρακτα την προτίμηση τους στο pro. Οι δρόμοι, άλλωστε, δεν οδηγούσαν πουθενά, παρά μόνο σε εμπορικά κέντρα. Σε αυτούς τους δρόμους, όπου δεν υπάρχουν άλλα σταυροδρόμια από τα Carrefours, κανείς δεν μπορεί να μάθει τίποτα, επειδή κανείς ποτέ δεν μπορεί να συναντήσει κανέναν, να διασταυρώσει τα βήματα του με αυτά κανενός άλλου. Είναι γι’ αυτό όπου τα παιδιά, πασχίζοντας να ανακαλύψουν τι μάθαιναν –και τώρα αγωνίζονται να καταχωνιάσουν– οι γονείς τους στο δρόμο, υπερβάλουν κατά τι στο δικό τους πετροπόλεμο – είναι το μόνο που τους επετράπη ως τώρα να έχουν δικό τους.*Είναι πασίδηλο πως εν μέσω της γενικής κατάρρευσης το μέλημα για την παράδοση «ενός καλύτερου κόσμου στις επόμενες γενεές» συμπαρασύρεται μέσα στον ορμητικό χείμαρρο που παροχετεύεται στο μεγάλο ωκεανό, το διάσπαρτο από συντρίμμια ναυαγίων. Τα κουφάρια τους κείτονται στην άβυσσο του βυθού του. Η ευρέως διαδεδομένη παραδοχή κατά την οποία «η επόμενη γενιά θα είναι η πρώτη που θα ζήσει χειρότερα από την προηγούμενη», πάλι, παραδόξως διακρίνεται από ασύλληπτη ρηχότητα, καθότι μοιάζει να συνυπολογίζει μονάχα την επιφάνεια –Επιφάνια είπατε;– των χρηματοοικονομικών δεικτών, όπου οι φελλοί και τα νούμερα μπορούν να επιπλέουν και για αυτό τους αποδίδουν εξέχουσα βαρύτητα. Αλλά είναι η φαντασιακή ένδυα, η οποία δεν προσμετράται στις στατιστικές έρευνες, δεν χωρά στους δείκτες οικονομικών μεγεθών, εκείνη οπού προξενεί την τρικυμία.*Ως καλοί ναυτίλοι, βέβαια, θα πρέπει να συλλάβουμε στην πυξίδα μας πως, παρότι δευτερεύουσα εν συγκρίσει με την κληροδοτούμενη οικολογική κρίση και την επαπειλούμενη καταστροφή, πόσω μάλλον με την καταστροφή των σημασιών, η κάμψη του βιοτικού επιπέδου οφείλει να ληφθεί σοβαρά υπόψιν, αφού είναι ενδεικτική του εύρους της συντελούμενης διάβρωσης, η οποία πλέον πλήττει τον ίδιο το φαντασιακά θεσμισμένο χρόνο του καπιταλισμού. Οι καπιταλιστικές αξίες της «προόδου», της «ανάπτυξης» φαίνεται ότι φθίνουν. Η τρώση που επιφέρεται στο φαντασιακό χρόνο του καπιταλισμού –και το ότι προβαίνουμε σε αυτήν τη διαπίστωση δεν συνεπάγεται, όπως θα φανεί στη συνέχεια, πως τελούμε υπό το καθεστώς «επαναστατικής» ονείρωξης– προδίδει ότι ο καπιταλισμός, ως έχει, δεν έχει πολύ χρόνο. Οι δείκτες του ρολογιού κόλλησαν…*Ο αδυσώπητος πόλεμος ενάντια στο χρόνο κηρύττεται και πάλι. Πόλεμος ενάντια στο κοινωνικό-ιστορικό ως πεδίο ανάδυσης της ριζικής ετερότητας, δημιουργιών ολοκληρωτικά νέων. Η κάθε εποχή έχει τη νεύρωση της και η νεύρωση που αντανακλάται στα λιμνάζοντα, ελώδη ύδατα της δικής μας είναι νεύρωση ναρκισσιστική. Μιλήσαμε ήδη για την καταστροφή όλων εκείνων, όπου θα μπορούσαν οι άνθρωποι να επενδύσουν με νόημα. Η libido, μη μπορώντας να μετουσιωθεί, ενδοστρέφεται· επιστρέφει στο πρωταρχικό της αντικείμενο· το εγώ. Ο Φρόϋντ είχε επισημάνει τη σχέση ανάμεσα στην τέχνη, την πολιτική και τις νευρώσεις μεταβιβάσεως. Διαμέσου της ενασχόλησης με την πολιτική, τη δημιουργία έργων τέχνης επιδιωκόταν η «αθανασία», οι άνθρωποι επιζητούσαν να αφήσουν το στίγμα τους στην ιστορία. Σήμερα ο γιγαντωμένος εγωισμός που συνυπάρχει με τη μηδαμινότητα, ο τρόμος απέναντι στο θάνατο όσων υπήρξαν ανέκαθεν νεκροί, δίχως να το ξέρουν, η απροθυμία, η αδυναμία τους να συμβιβαστούν με το γεγονός ότι ο κόσμος θα εξακολουθήσει να υπάρχει, η ζωή θα συνεχίζεται και δίχως αυτούς, συνθέτουν από κοινού τον λανθάνοντα, ενδόμυχο πόθο για αφανισμό των πάντων. Ο κακός στις ταινίες δράσης, γέρνοντας στην άκρη του βαράθρου, γαντζώνεται και συμπαρασύρει τον ήρωα. You’re coming with me. Στις ταινίες ο καλός σώζεται. Οι γονείς, όμως, αγαπούν τόσο τα παιδιά τους που δεν θα αφήσουν ούτε το θάνατο να τους χωρίσει…*Η επιστήμη είναι θρησκεία και το πρόσφατο επίτευγμα της απετέλεσε οιωνό. Το σώμα μιας νεκρής εγκυμονούσας γυναίκας διατηρήθηκε με μηχανική υποστήριξη στη ζωή ως κουκούλι, προκειμένου να έρθει στον κόσμο το παιδί που κυοφορούσε. Η εξέγερση του Δεκέμβρη υπήρξε η εξέγερση των ορφανών. Είναι τα παιδιά που γεννήθηκαν από γονείς νεκρούς. Όπως οι άρτι εκκολαφθείσες θαλάσσιες χελώνες, οφείλουν μόνα τους να βρουν το δρόμο προς τη θάλασσα. Τα παιδιά στερούνται της καθοδήγησης του ενστίκτου και γι’ αυτό η σωτηρία τους θα είναι δυσκολότερη. Και αυτά συγκαταλέγονται στα απειλούμενα με αφανισμό είδη. Το πλήθος των τελευταίων, καθώς εξατμίζεται, συνθέτει τη βαριά περιρρέουσα ατμόσφαιρα την ανάλογη εκείνης που επικρατεί μετά την καταστροφή και σκιαγραφείται στην τριλογία ταινιών του Mad Max. Είναι σε ένα από τα μέρη της, όπου ο ήρωας, περιπλανώμενος στην αχανή έρημο, συναντά μια «φυλή» άγριων παιδιών που στην πορεία αποδεικνύεται πως επέζησαν της συντριβής αεροσκάφους τη νύχτα του πυρηνικού ολέθρου. Το κουφάρι του αεροσκάφους είναι το σπίτι τους, σε μια όαση βρισκόμενη σε μια χαράδρα καταμεσής της ερήμου. Αναμένουν τον πιλότο-Μεσσία που θα τους οδηγήσει πίσω στη «Morro-morro land». Αναγνωρίζουν το σωτήρα στο πρόσωπο του περιπλανώμενου τυχοδιώκτη. Tomorrow· η χώρα του αύριο – η σβησμένη από το χάρτη μητρόπολη. Στη μητρόπολη οι φυλές του youth tribalism, της «όασης» της υποκουλτούρας που, μπορούμε γι’ αυτό να είμαστε βέβαιοι, είναι ανύπαρκτη, όπως κάθε άλλη οφθαλμαπάτη, έχουν την άβυσσο να ανοίγεται μπροστά τους. Η επιστροφή είναι αδύνατη· στρέφοντας το κεφάλι αντικρίζουμε τα επιπλέοντα συντρίμμια του ναυαγίου. Είναι αυτά τα κατάλοιπα προγενέστερων κοινωνικο-ιστορικών θεσμίσεων· οι παρωχημένες, χρεωκοπημένες αξίες, πρόχειρες σανίδες πρόσκαιρης σωτηρίας. Έχουμε μπροστά μας ένα τιτάνιο έργο: να γεφυρώσουμε, να γεμίσουμε το κενό. Θα φέρουμε εις πέρας το τιτάνιο έργο μας ως άνθρωποι.***Είναι, λοιπόν, ο τρόμος ενώπιον της αβεβαιότητας, του κενού νοήματος που, όντας συνέπεια της διαβρωτικής δράσης του καπιταλισμού και της συνακόλουθης αδυναμίας δημιουργίας νέων σημασιών, ικανών να αναδυθούν στη θέση εκείνων το κύρος των οποίων έχει υποστεί καίριο πλήγμα, που ωθεί σε προσπάθειες απέλπιδες. Στην απόπειρα νεκρανάστασης αυτών των ίδιων, παρωχημένων, εκπορνευμένων αξιών. Φαντάσματα του εαυτού τους, είναι οι σκελετοί στη ντουλάπα που μετετράπησαν σε ζόμπι για να αποτελέσουν ένα άκρως αναποτελεσματικό παυσίλυπο. Προκειμένου να κατανοήσουμε τις συνθήκες, υπό τις οποίες το ξέσπασμα του Δεκέμβρη πυροδοτήθηκε, είναι αναγκαίο να μην παραγνωρίσουμε τη συμβολή της «ελληνικής ιδιαιτερότητας», εξαιτίας της οποίας το φαινόμενο που μόλις πιο πάνω θίξαμε εκδηλώνεται στον ελλαδικό χώρο με ιδιαίτερα αυξημένη ένταση. Οφείλουμε να θεωρήσουμε την Ελλάδα ως μια χώρα όχι αμιγώς δυτική· μια χώρα που έχει «δυτικοποιηθεί» από τα πάνω, εκ των υστέρων. Που δεν έχει γνωρίσει το Διαφωτισμό, δεν είχε αστική τάξη, εργατική τάξη, μεταξύ άλλων πραγμάτων. Πρόκειται, επομένως, για μια χώρα κατά τι παραπάνω ευάλωτη εν μέσω της παρακμής της Δύσης, την οποία, έτσι, βιώνει με εξαιρετικά δυσμενείς συνέπειες, καθότι απέναντι στις πηγές της δεν έχει να αντιτάξει μια χειραφετητική παράδοση.*Είναι η χρονική συγκυρία της όψιμης προσάρτησης της στο άρμα της Δύσης που «φιλοδώρησε» την Ελλάδα με το ατυχές προνόμιο να έρθει σε επαφή κυρίως με τη μια εκ των δύο αντινομικών πτυχών της δυτικής παράδοσης που έτεινε ήδη να επικρατήσει σε βάρος της έτερης· σε βάρος του απελευθερωτικού στοιχείου. Είναι η πτυχή της δυτικής παράδοσης που εκφράζει την τάση για κυριάρχηση, εκείνη όπου οδηγεί στον αφανισμό του μόνου πράγματος που αυτός ο τόπος είχε να επιδείξει: της κοινότητας, της συλλογικότητας, που μοιραία καταρρακώνεται με την υιοθέτηση του αιτήματος της «απεριόριστης ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων», αφού δεν συνάδει με την προώθηση του ανταγωνισμού και του ατομικισμού που η επέλαση της ανάπτυξης προαπαιτεί. Η μοίρα της ελληνικής κοινωνίας δεν είναι ξένη προς αυτήν κάθε παραδοσιακής κοινωνίας που συγκρούεται με την υπερταχεία της ανάπτυξης, μένοντας καθηλωμένη, υπνωτισμένη, όπως ο λαγός μπροστά στο φως των προβολέων. Η απόλυτη διάλυση ευθύνεται για την καθολική απελπισία. Υιοθετείται η στάση του εμβρύου. Επιζητείται διακαώς η επιστροφή στη μήτρα των παραδόσεων. Ή έστω στην παιδική ηλικία. Το τρίπτυχο «πατρίς-θρησκεία-οικογένεια» επανέρχεται φθαρμένο σαν στενή, σκοροφαγωμένη φορεσιά, για να εμπνεύσει την αισθητική, την πειθαρχεία την «ασφάλεια» που παραπέμπει σε σχολικό εορτασμό εθνικής επετείου. Αν αποτολμήσουμε ένα βήμα κινδυνεύουμε με ένα χρατς! να αποκαλύψουμε τη γύμνια μας. Είμαστε καταδικασμένοι! Θα πεθάνουμε ή από ασφυξία ή από ντροπή…*Μετεωριζόμενοι στον κε
4 Apr 2009, 11:39 | Γιατί στέκουμε μαρμαρωμένοι;
Αφίσα
25 Feb 2009, 15:33 | Γράμμα του Θ. Ηλιόπουλου από τις φυλακές Κορυδαλλού
«Αυτές τις στιγμές η καρδιά μου χτυπά πιο δυνατά γιατί έχω συνείδηση πως υπάρχει» Μπερνάρντο Σοάρες (Φερνάντο Πεσσόα) Η οδύσσειά μου συνεχίζεται…Ήταν 18 Δεκέμβρη απόγευμα Πέμπτης, όταν εγώ με την παρέα μου κατευθυνόμασταν προς το Κέντρο μέσα από την οδό Ακαδημίας. Η εικόνα γύρω μας ήταν η συνηθισμένη των τελευταίων ημερών, ενός τοπίου βομβαρδισμένου, με χημικά και δακρυγόνα στην ατμόσφαιρα που πρόδιναν ότι είχαν προηγηθεί επεισόδια, συχνό φαινόμενο της περιόδου, μετά την δολοφονία του δεκαπεντάχρονου Αλέξη Γρηγορόπουλου. Καθώς προχωράγαμε δυνάμεις των ΜΑΤ ξεπρόβαλαν μπροστά μας και βάλθηκαν να κυνηγούν τον κόσμο που βρισκόταν πάνω στην οδό Ακαδημίας. Ο κόσμος έτρεχε πέρα δώθε. Κάποιος μ’ έσπρωξε δυνατά , έπεσα κάτω και τότε άρχισε η γιορτή. Οι ματατζήδες άρχισαν να με βρίζουν με προσβλητικούς και σεξιστικούς χαρακτηρισμούς και να με κτυπάνε, κάποιος φίλος μου φώναζε. Ύστερα με πιάσανε, σταθήκανε ολόγυρα, με βρίζανε κι άρχισαν να με ψάχνουν. Κάποιος άρπαξε το μικρό σακίδιο που είχα στην πλάτη κι άρχισε να το ψάχνει «μη φοβάσαι μου είπε, δεν θα σου βάλουμε τίποτα μέσα». Το σακίδιο δεν είχε παρά προσωπικά μου πράγματα. Με σπρώξανε σε ένα παγκάκι, με ξάπλωσαν μπρούμυτα και με δέσανε με χειροπέδες, ύστερα με φόρτωσαν σε μια κλούβα και με πήγαν στην Ασφάλεια.Εκεί μου λέγανε ότι πέταγα πέτρες . Όσο πέρναγε η ώρα, όμως, τα πράγματα χειροτέρευαν. Το κατηγορητήριο αυξήθηκε και συμπληρώθηκε με λογής κακουργήματα και πλημμελήματα. Οι πέτρες έγιναν μολότωφ. Παρότι δεν υπήρχε τίποτε που να με συνδέει μ’ αυτά. Αλλά αυτό δεν φαινόταν να απασχολεί. Άρχισε το πήγαιν’ έλα στα δικαστήρια. Κι εκεί , μια και δεν υπήρχαν στοιχεία, φτιαχτήκανε. Οι αστυνομικοί που με συνέλαβαν, αλλάξανε τις καταθέσεις τους και καταθέσαν ότι επί τρεις ώρες τους πέταγα μολότωφ: με το πρόσωπο γυμνό, με τα χέρια καθαρά, με τα μάτια καθαρά, χωρίς μια στάχτη επάνω μου, χωρίς μια σκιά στα ρούχα μου . Και στις 22 του μήνα μου ανακοίνωσαν ότι κρίθηκα προφυλακιστέος. Μια μέρα μετά , με μετέφεραν στις φύλακες του Κορυδαλλού. Εκεί βρίσκομαι μέχρι και σήμερα , δύο μήνες μετά την σύλληψη μου. Και τίποτε δεν κινείται. Οι μέρες περνάνε και εγώ μένω εδώ να περιμένω, δέσμιος της ακινησίας, δέσμιος μιας παράλογης και ασφυκτικής γραφειοκρατίας ή ίσως μιας εκδικητικής αδιαφορίας. Όλο αυτό το διάστημα δεν τσάκισα. Με κράτησαν και με κρατάνε οι άνθρωποι που βρέθηκαν δίπλα μου να με στηρίξουν, φίλοι, γνωστοί είτε και άγνωστοι ως χτες, με κράτησε η αλληλεγγύη των ανθρώπων γνωστών και άγνωστων . Για χάρη τους δεν θα πέσω. Για χάρη τους θα κρατήσω. Γιατί όλη αυτή η περιπέτεια δυναμώνει τη θέλησή μου για μια κοινωνία δίκαιη, το πάθος μου για ελευθερία, το πείσμα μου να σταθώ όρθιος. Και θα σταθώ. Μπορεί να με έπιασαν τυχαία, να μη συνδέομαι με τα γεγονότα που με κατηγορούν, απέναντι όμως στον γενικευμένο ωχαδερφισμό, το να «παίρνεις θέση», να μην κλείνεσαι στο εγώ σου, να βγαίνεις από την ατομική σου περίπτωση, είναι η υπεύθυνη στάση ενός συνειδητοποιημένου πολίτη. Η δική μου θέση είναι από τη μεριά του κομματιού της κοινωνίας που θέλει να βγει από την απάθεια, που θέλει πραγματικά να αρχίσει, μέσα από αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες, να αποφασίζει για τη ζωή του.Θοδωρής Ηλιόπουλος
22 Jan 2009, 12:42 | Ένας αντιαμερικανός βρικόλακας στην Αθήνα
Μπορείτε να προμηθευτείτε τη νέα μας αφίσα έναντι 10 ευρώ για την κανονική έκδοση, έναντι 5ο ευρώ για τη συλλεκτική που φέρει αφιέρωση δια χειρός του μοντέλου. Τα έσοδα θα διατεθούν δια τους σκοπούς της Επανάστασης.
5 Jan 2009, 07:43 | Για τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή και τους Ισραηλινούς αντιρρησίες συνείδησης
Πολλά μπορούν να ειπωθούν για τα γεγονότα που λαμβάνουν χώρα στη Μέση Ανατολή. Στα πλαίσια της παρούσας ανακοίνωσης θα περιοριστούμε σε μάλλον φευγαλέες νύξεις, καθότι στην τρέχουσα συγκυρία κρίνουμε ότι προέχει η ενασχόληση με τα όσα συμβαίνουν στα καθ’ ημάς και αυτό επειδή θεωρούμε πως κατ’ αυτόν τον τρόπο οι όποιες ενέργειες μας διατηρούν περισσότερες πιθανότητες να έχουν κάποιον αντίκτυπό. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι δεν αναγνωρίζουμε την ανάγκη να αρθρωθεί ένας λόγος που θα εναντιώνεται πραγματικά στον πόλεμο. Ένας λόγος, δηλαδή, που δεν θα αυτοαναιρείται επικαλούμενος τα ανθρωπιστικά ιδεώδη, την ίδια στιγμή που υιοθετεί τη μισαλλόδοξη, ρατσιστική ρητορική φονταμενταλιστικών κύκλων. Βλέπετε, είναι ακριβώς αυτό που συμβαίνει στην περίπτωση της ευρύτερης ελληνικής αριστεράς που ενώ επικαλείται την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων συστρατεύεται –ενίοτε δε εντελώς απροκάλυπτα– με τη Χαμάς που ως στόχο της έχει την εγκαθίδρυση ισλαμικού καθεστώτος – και εμείς οι αφελείς είχαμε μείνει με την εντύπωση ότι η εφαρμογή της σαρία δεν συνάδει με τα ανθρώπινα δικαιώματα… Καταδικάζει τη βία, παίρνοντας το μέρος όσων ως διακηρυγμένο στόχο έχουν την εξάλειψη με κάθε μέσο του Ισραήλ και βέβαια μαζί με αυτό του εβραϊκού στοιχείου από την ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής. Ασφαλώς, όλα αυτά «δικαιολογούνται» με την επίκληση του ισχυρισμού ότι οι Παλαιστίνιοι είναι οι ανίσχυροι, οι εξαθλιωμένοι και η τυφλή βία είναι το μόνο μέσο το οποίο διαθέτουν. Και έστω ότι αντιπαρερχόμαστε τις πολυπληθείς, εξόφθαλμες αντιφάσεις που και πάλι προκύπτουν αμείλικτες με την προβολή του εν λόγω «επιχειρήματος»· συμπεριλαμβανομένης της αδιαφορίας για το γεγονός ότι η Χαμάς και οι υπόλοιπες ισλαμιστικές οργανώσεις εκμεταλλεύονται ανερυθρίαστα ακριβώς αυτήν την εξαιρετικά δυσχερή θέση, στην οποία ο Παλαιστινιακός πληθυσμός βρίσκεται, προκειμένου να εδραιώσουν την εξουσία τους. Δεν μπορούμε, όμως, να μη σημειώσουμε πως είναι τα ενοχικά σύνδρομα από τα οποία οι «αντιιμπεριαλιστές» διέπονται εκείνα που κατευθύνουν τις κρίσεις τους, κάνοντας τους να απαλλάσσουν τους Παλαιστινίους από τις ευθύνες που και οι ίδιοι φέρουν. Γιατί για τη θεοκρατία, τον αλληλοσπαραγμό των φατριών με αντικείμενο τη νομή της εξουσίας, για τη θέση της γυναίκας στο Ισλάμ δεν νομίζουμε πως είναι η Δύση ή το Ισραήλ που ευθύνονται.Σε όλα αυτά έχουμε αναφερθεί ξανά, ενώ επιφυλασσόμαστε για το ενδεχόμενο να επανέλθουμε προσεχώς. Προς το παρόν με απλά λόγια: η Ισραηλινή επίθεση πρέπει να καταδικαστεί ως ενέργεια της ισραηλινής ηγεσίας και όχι να αποτελεί το προκάλυμμα για το ξεσάλωμα και τις ανυπόστατες γενικεύσεις των αντισημιτικών κύκλων. Η εναντίωση στον εθνικισμό, το ρατσισμό, το μιλιταρισμό, τον φονταμενταλισμό οφείλει να μην κάνει διακρίσεις. Είναι εξίσου κακά είτε είναι ισραηλινά, είτε παλαιστινιακά. Χρειάζεται να πάρουμε θέση. Ή είμαστε με τους «αδυνάτους» ή απορρίπτουμε το ρατσιστικό μίσος και τη μισαλλοδοξία, τασσόμενοι με τις εκατέρωθεν φωνές που προτάσσουν την ειρηνική συνύπαρξη. Φωνές όπως αυτές των Ισραηλινών αντιρρησιών συνείδησης. Νέων ανθρώπων που είναι διατεθειμένοι –και διατεθειμένες– να στερηθούν την ελευθερία τους, προκειμένου να προασπιστούν την ειρήνη ανάμεσα στα έθνη. Εδώ και κάποιο διάστημα εκτυλίσσεται η καμπάνια της «18ης Δεκεμβρίου» που αποσκοπεί στη δημοσιοποίηση του ζητήματος, την απελευθέρωση και την παύση των διώξεων σε βάρος των αντιρρησιών, την προώθηση της ειρήνης στη Μέση Ανατολή. Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να ανατρέξετε στη διεύθυνση http://december18th.org/, όπου και θα σας δοθεί η δυνατότητα να υπογράψετε στηρίζοντας τους αντιρρησίες, απαιτώντας την απελευθέρωση τους και την ικανοποίηση των αιτημάτων τους.
3 Jan 2009, 11:44 | Να κάνουμε τον καινούριο χρόνο χρόνο του καινούριου
Αυτοκόλλητο πρωτοχρονιάτικο...
29 Dec 2008, 13:09 | Από την άμεση δράση (100) να περάσουμε στην άμεση δημοκρατία (10.000.000)
Πάντοτε, όταν οι κοινωνίες εισέβαλαν στο προσκήνιο της ιστορίας, συνέβαινε αυτό απροσδόκητα, δίχως κάποιου είδους «προαναγγελία». Τέτοιου τύπου καταιγίδες κανένα προγνωστικό σύστημα δεν είναι σε θέση να προβλέψει – ούτε, βέβαια, εκείνοι οι οποίοι μετά το ξέσπασμα του ακραίου φαινομένου σπεύδουν να υπολογίσουν τη διάρκεια του, προσβλέποντας στην ταχεία «εκτόνωση» του. Η μαζική κινητοποίηση που ακολούθησε τη δολοφονία του 15χρονου Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου δεν απετέλεσε εξαίρεση. Ενώ η ελληνική κοινωνία έμοιαζε να τελεί υπό το καθεστώς ύπνωσης, ένα όχι αμελητέο τμήμα της –επί της ουσίας ένα σεβαστό τμήμα της νεολαίας της– εξερράγη. Εκείνο το στοιχείο που είναι ιδιαιτέρως ενθαρρυντικό, έγκειται στο ότι νέοι άνθρωποι, που στην πλειονότητα τους δεν είχαν προηγούμενη ενασχόληση με την πολιτική, ενεργοποιήθηκαν, βγήκαν στους δρόμους, συζήτησαν, εκφράζοντας τη βούληση τους για ριζική, εκτεταμένη αλλαγή της κοινωνίας – πρόκειται για ανθρώπους που ανάμεσα τους μέχρι πρότινος πολλοί θα αντιμετώπιζαν αυτό το ενδεχόμενο με δυσπιστία ή θυμηδία, ως ανεδαφικό. Είναι εξαιρετικά αμφίβολο το εάν οι ταγοί του καθεστώτος αφουγκράζονται το παραμικρό από αυτήν την κινητικότητα, αφού οι αντιδράσεις τους είναι δηλωτικές μιας ασυνάρτητης, ολότελα επιπόλαιης αντιμετώπισης. Και η δική τους προσμονή, ελπίδα ότι όλα θα καταλαγιάσουν δεν είναι, δυστυχώς, καθόλου ανεδαφική. Κάθε άλλο, μπορεί να αποδειχθεί καθόλα βάσιμη, καθότι ακόμη και στις μεγάλες επαναστάσεις οι κοινωνίες κατελάμβαναν τη θέση που δικαιωματικά τους ανήκει για ένα σύντομο χρονικό διάστημα, για να βυθιστούν εν συνεχεία εκ νέου στο τέλμα της απάθειας. Επομένως, το μέλημα μας εν προκειμένω οφείλει να είναι το πώς θα αποφευχθεί η εξανέμιση αυτής της ξαφνικής ζωτικότητας.Ας κάνουμε κατ΄αρχήν μια νύξη αναφορικά με τα αίτια του ξεσπάσματος. Αυτά, προφανώς, ξεπερνούν το γεγονός της δολοφονίας, το οποίο δεν στάθηκε παρά η αφορμή. Μιλήσαμε πριν για την επιπολαιότητα, με την οποία το φαινόμενο αντιμετωπίζεται και, αναμφίβολα, η «ερμηνεία» των γεγονότων που επιχειρείται από τους διάφορους πάνσοφους «αναλυτές» προδίδει μια αφέλεια απαράμιλλη. Όταν, στην «καλύτερη» των περιπτώσεων, αποδίδουν τα όσα συμβαίνουν στην οικονομική κρίση, οι τελευταίοι το μόνο που «εξηγούν» είναι το γιατί οι αναταραχές θα έχουν συνέχεια και θα κλιμακώνονται – χάρη, βέβαια, και στη δική τους αδυναμία να κατανοήσουν οτιδήποτε, προϋπόθεση απαραίτητη για να «αποσοβήσουν» το όποιο ξέσπασμα. Μας λένε, λοιπόν, όλοι αυτοί πως το γεγονός ότι οι νέοι εξεγείρονται έχει ως αφετηρία την «έλλειψη ευκαιριών» την οφειλόμενη στις «στρεβλώσεις» του συστήματος· ισχυρίζονται επί της ουσίας ότι η εύρυθμη λειτουργία του καπιταλισμού είναι εκείνο το οποίο οι εξεγερμένοι επιζητούν – προσεύχονται να είναι έτσι. Ε λοιπόν, έχουμε νέα για τους αγαπητούς φίλους! Όχι, φίλτατοι, δεν εξεγειρόμεθα επειδή οι δείκτες ανεργίας είναι υψηλοί – και το ίδιο διακρίνουμε ότι ισχύει για τους περισσότερους· μας ενοχλεί που υπάρχουν τέτοιοι δείκτες! Έχουμε αυτό το βίτσιο, ετούτη τη μικρή παραξενιά: μας πειράζει να μας αντιμετωπίζουν ως αριθμούς. Βέβαια, είναι αναμενόμενο από τέτοιες ευαισθησίες να μη διακατέχονται όσοι προ πολλού –και ως φυσικό παρεπόμενο της από μέρους τους εγκόλπωσης της σύμφυτης με τον οικονομισμό λατρείας των αριθμών– έχουν γίνει νούμερα. Η εξουσία σήμερα είναι ευάλωτη, καθότι οι υπηρέτες της δεν υπηρετούν τίποτα πέρα από τον εαυτό τους· είναι προϊόντα, γνήσια τέκνα της εποχής της πλήρους πραγμάτωσης του καπιταλισμού. Του καιρού εκείνου κατά τον οποίο η διαβρωτική του δράση έχει αχρηστεύσει κάθε αξία που θα μπορούσε να υπηρετηθεί. Υπό το πρίσμα αυτό ο αδιαλείπτως αποδιδόμενος χαρακτηρισμός –που θα ήταν υπό άλλες συνθήκες κωμικός– «γενιά των 700 ευρώ» οφείλει να αναγνωσθεί ως κάτι παραπάνω από ένα απλό σχήμα λόγου. Πρόκειται στην κυριολεξία για την αποτίμηση της αξίας της «νέας γενιάς»· το ύψος του μισθού είναι η μόνη προσφερόμενη προς υιοθέτηση ταυτότητα για τους νέους σε μια κοινωνία, όπου η παντοκρατορία της οικονομίας έχει συνθλίψει τα πάντα, συμπεριλαμβανομένης της διαδικασίας ταύτισης. Ιδού τα αίτια της εξέγερσης. Εδώ εδράζονται, στην ασημαντότητα. Έτσι νομίζουμε εμείς… Ασφαλώς, δεν μπορούμε να ισχυρισθούμε πως η «οικονομική κρίση» δεν διαδραματίζει υπολογίσιμο ρόλο στα όσα λαμβάνουν χώρα. Η δυσαρέσκεια για τα δυσμενή οικονομικά δεδομένα αναντίρρητα συνέβαλε, ώστε όλοι όσοι παρακολουθούν μουδιασμένοι από τους τηλεοπτικούς τους δέκτες τα διαδραματιζόμενα γεγονότα να μη σπεύσουν να οχυρωθούν πίσω από το εκτόπισμα του… πολιτικού ανδρός εκείνου που θα έκριναν ικανό να επιβάλλει την τάξη· να εγγυηθεί την επιστροφή στην κανονικότητα. Περισσότερο απ’ αυτό, όμως, είναι το τέλος της ιδεολογικής μονοκρατορίας του καπιταλισμού, η οποία διήρκεσε για μερικές δεκαετίες, ο κλονισμός της βεβαιότητας πως επρόκειτο για το βέλτιστο και συνάμα –πόσο οξύμωρο, αλήθεια!– αναπόφευκτο καθεστώς, το στοιχείο εκείνο που εισάγεται με τη φιλολογία περί κρίσης· το καίριο πλήγμα που επιφέρεται, η τρώση στο γόητρο του καθεστώτος. Τα παιδάκια είναι πλέον καιρός να πάψουν να πιστεύουν στον άγιο Βασίλη. Αλλά εφόσον θέλουμε να βγει από αυτήν την κατάσταση ρευστότητας κάτι θετικό, εάν πρόκειται αυτή η ρηγμάτωση του παλιού κόσμου να συνοδευτεί από νέες δημιουργίες, τότε η διατύπωση ενός θετικού προτάγματος ικανού να συσπειρώσει είναι αναγκαία.Ας ανατρέξουμε για λίγο στο παρελθόν. Στην αρχαία Αθήνα ως αφετηρία όπου για πρώτη φορά έχουμε μια κοινότητα, η οποία αναγνωρίζει τους θεσμούς της και τους νόμους της ως δημιουργήματα δικά της. Έχουμε τη διάρρηξη της κλειστότητας, την ανάδυση της δημοκρατίας. Η άμεση δημοκρατία –η δημοκρατία σκέτο, μόνο άμεση μπορεί να είναι η δημοκρατία και οτιδήποτε άλλο αποτελεί απάτη– εν συνεχεία επανεμφανίζεται. Σπέρματα της συναντούμε στις κορυφαίες εκφάνσεις του εργατικού και επαναστατικού κινήματος. Από την κομμούνα των Παρισίων, στα σοβιέτ, προτού το οκτωβριανό πραξικόπημα των μπολσεβίκων τα καταστρέψει, ως την ισπανική επανάσταση. Πρόκειται για παραδείγματα που μπορούν να αποτελέσουν πηγή έμπνευσης και, ασφαλώς, όχι πρότυπα προς αντιγραφή.Όποτε γίνεται λόγος για δημοκρατία, το πάγιο «αντεπιχείρημα» συνοψίζεται στη φράση «καλά είναι αυτά, αλλά δεν είναι δυνατόν να εφαρμοστούν στις σύγχρονες κοινωνίες». Το ότι ποτέ δεν διασαφηνίζεται το γιατί, δεν παρέχεται ουδεμία τεκμηρίωση του εν λόγω ισχυρισμού, καταδεικνύει ότι πρόκειται, πολύ απλά, για μία υπεκφυγή. Μπορούμε να δεχτούμε πως η δημοκρατία δεν είναι δυνατόν να εφαρμοστεί επειδή ο κόσμος δεν τη θέλει· όχι επειδή είναι «ανέφικτη». Σήμερα, άλλωστε, υπάρχουν οι σύγχρονες τεχνολογίες που, αν εκτρέπονταν της καπιταλιστικής χρήσης τους, θα μπορούσαν να συμβάλλουν στην εφαρμογή της άμεσης δημοκρατίας με ηλεκτρονικές ψηφοφορίες κλπ. Αλλά και δίχως τη συνδρομή τους τα παραδείγματα που προηγούμενα παραθέσαμε μάς διδάσκουν τις αρχές της ανακλητότητας, της περιοδικότητας και της λογοδοσίας. Σε αδρές γραμμές, θα μπορούσαν να υπάρχουν κατά τόπους συνελεύσεις με τη συμμετοχή όλων των πολιτών, οι οποίες θα εξέλεγαν –ή ακόμα καλύτερα θα ανεδείκνυαν κατόπιν κληρώσεως, μιας και οι εκλογές είναι συνυφασμένες με το ολιγαρχικό φαντασιακό της ανάδειξης των «αρίστων»– εκπροσώπους τους σε περιφερειακά συμβούλια, σε συμβούλια σε ομοσπονδιακό επίπεδο κλπ – την ακριβή διάρθρωση δεν έχουμε σκοπό να την προκαθορίσουμε εμείς εδώ. Εκπροσώπους οι οποίοι θα είναι επιφορτισμένοι με το καθήκον να μεταφέρουν αυστηρά τις θέσεις του σώματος που θα τους έχει αναδείξει· που θα λογοδοτούν σε αυτό για τα πεπραγμένα τους και αυτό θα μπορεί ανά πάσα στιγμή να τους ανακαλέσει, εφόσον κριθεί πως δεν ανταποκρίνονται στις υποχρεώσεις τους. Εκπροσώπους των οποίων, τέλος, η θητεία θα είναι εξαιρετικά βραχείας διάρκειας.Γιατί όμως δημοκρατία; Επειδή εμείς έχουμε «φάει κόλλημα» μαζί της; Μπορούμε να σκεφθούμε πλήθος λόγων. Εδώ, στα πλαίσια μιας προκήρυξης θα περιοριστούμε στην παράθεση ορισμένων απτών, «πρακτικών» ανάμεσα τους. Η οικολογική κρίση θα αναχαιτιστεί, εφόσον υπάρξει ριζικός επαναπροσδιορισμός των προτεραιοτήτων των κοινωνιών. Η άμεση δημοκρατία θα διασφάλιζε την αποτροπή της καταλήστευσης των φυσικών πόρων με σκοπό τον πλουτισμό μιας ισχνής μειοψηφίας, προκρίνοντας το συλλογικό όφελος. Οι κοινωνικές ανάγκες θα ορίζονταν από την ίδια την κοινωνία ρητά. Συνελεύσεις παραγωγών-καταναλωτών θα λάμβαναν αποφάσεις για τα αναγκαία παραγόμενα αγαθά. Ο καταναλωτισμός θα εξαλειφόταν, αφού θα εξέλειπαν οι συνθήκες που τον γιγαντώνουν: η απουσία ουσιαστικής ανθρώπινης επικοινωνίας και ο αποκλεισμός μας από τη διαμόρφωση της καθημερινότητας μας. Η άμεση δημοκρατία θα επέφερε την οικονομική ισότητα. Ένα πρώτο, προσωρινό μέτρο θα ήταν η εξίσωση όλων των αμοιβών. Η διαχείριση των μέσων παραγωγής και των φυσικών πόρων θα τίθετο υπό κοινωνικό έλεγχο, μέσω των αμεσοδημοκρατικών οργάνων που θα μεριμνούσαν για την αξιοποίηση τους με γνώμονα το κοινό όφελος και τη φυσική ισορροπία. Και είναι η δημοκρατική κοινωνία η μόνη ικανή να προσδώσει ρητά νόημα στις προαναφερθείσες έννοιες. Οι εργαζόμενοι πλέον μέσω των συμβουλίων τους θα αποφασίζουν το τι παράγουν, πώς και με ποιο σκοπό. Η προώθηση της δραστικότατης μείωσης των ωρών εργασίας και η χαλάρωση των ρυθμών της θα απελευθέρωνε χρόνο για την ενασχόληση με τα κοινά και για την εκδίπλωση της ανθρώπινης δημιουργικής δύναμης. Η λειτουργία συνελεύσεων γειτονιάς θα επανανοηματοδοτούσε την έννοια του δημόσιου χώρου, του αναγκαίου για την εκτύλιξη όλων όσων εδώ περιγράψαμε. Η νομή του αστικού ιστού από ιδιωτικά συμφέροντα θα ανήκε στο παρελθόν.Όλα τα προαναφερθέντα συνιστούν, όπως είπαμε, μόνο μερικά παραδείγματα στα πλαίσια μιας πρόχειρης απόπειρας σκιαγράφησης του προτάγματος της δημοκρατικής οργάνωσης της κοινωνίας. Ενδεχομένως να μοιάζουν με ωραίες ευχές εν όψει του νέου έτους… Ο σκοπός είναι να εξάψουν τη φαντασία. Μην ανησυχείτε, φίλοι, δεν την ακούσαμε από τα δακρυγόνα! Δεν λέμε ότι αυτά θα γίνουν αύριο. Αναγνωρίζουμε, όμως, την ανάγκη της σύστασης ενός κινήματος που θα διαπνέεται από αντίστοιχες δημοκρατικές αρχές· ενός κινήματος-μικρογραφίας της κοινωνίας που θα θέλει να δημιουργήσει, που θα ωθεί στην κατεύθυνση αντίστοιχων αλλαγών, λειτουργώντας παράλληλα ως παράδειγμα· διατρανώνοντας το εφικτό της επιδίωξης του ριζικού αυτομετασχηματισμού της κοινωνίας, επισημαίνοντας την αναγκαιότητα του· πετυχαίνοντας τον στους κόλπους του. Το κίνημα που ίσως κυοφορείται χρειάζεται να δημιουργήσει νέους θεσμούς. Είναι αυτό το σημείο όπου χωλαίνει. Διακρίναμε τις ημέρες αυτές την «αλλεργία», από την οποία πάσχουν ορισμένοι απέναντι στην οργάνωση και στους κανόνες, ταυτίζοντας τα με την ιεραρχία και τη γραφειοκρατία· νοώντας τα, όπως νοούνται σήμερα. Εμείς εντοπίζουμε πίσω από τη συγκεκριμένη αντιμετώπιση το διάχυτο στις μέρες μας ατομικισμό. Την απροθυμία να δεχτεί το Εγώ οποιονδήποτε περιορισμό από τη συλλογικότητα. Η δημοκρατία είναι ο μόνος τρόπος να συνδυαστεί η συλλογικότητα με την ισότητα. Η θέσπιση διαδικασιών που θα διασφαλίζουν το δικαίωμα της έκφρασης της γνώμης όλων θα εγγυάται την ισηγορία, προκειμένου να εμπεδώνεται η αίσθηση ότι η συζήτηση διεξάγεται επί ίσοις όροις, ώστε να συντάσσονται οι μειοψηφούντες με την πλειοψηφία, αφού θα τους έχει παρασχεθεί η δυνατότητα να εκφράσουν τη γνώμη τους – ενώ θα διατηρούν το δικαίωμα να εξακολουθούν να εκφράζουν τη διαφωνία τους. Η ανάγκη της δημιουργίας νέων θεσμών είναι επιτακτική. Η ένδυα του καθεστώτος και των εκπροσώπων του, η αδυναμία τους να κατανοήσουν την κρισιμότητα της κατάστασης, μάλλον συρρικνώνει το ενδεχόμενο να προβούν σε υποχωρήσεις, σε δημιουργική σύνθεση, «αφομοίωση», προκειμένου να εγκαθιδρυθεί μια νέα ισορροπία. Η παρακμή του καθεστώτος έχει φτάσει σε σημείο τέτοιο, όπου έχει καταστεί πλέον ανίκανο ακόμη και να παράγει διαχειριστές του στοιχειωδώς διορατικούς και σώφρονες, ώστε να επιτύχουν τη συνέχιση του ως έχει. Επομένως, ακόμη και στο πιθανό ενδεχόμενο κατά το οποίο η παρούσα κινητικότητα ατονήσει, εξακολουθούμε να μένουμε με δύο επιλογές: μπορούμε είτε να αφεθούμε να συμπαρασυρθούμε από την επερχόμενη κατολίσθηση που θα προξενήσει η κατάρρευση της παρηκμασμένης υφιστάμενης κοινωνικής θέσμισης, η οποία επιδιώκοντας την επιβολή του «ορθολογικού ελέγχου», δημιουργεί καταστάσεις που διαφεύγουν από το στοιχειώδη έλεγχο (πχ οικονομική, οικολογική κρίση) ή να εργαστούμε στην κατεύθυνση μιας νέου είδους κοινωνικής θέσμισης. Τώρα, ναι, έχουμε κρίση…
9 Dec 2008, 06:30 | Συλλογικά θαύματα: πως να κάνουμε τη νύχτα μέρα
Συλλογικά θαύματα: πώς να κάνουμε τη νύχτα μέραΗ ροή του προγράμματος διεκόπη. Σάββατο βράδυ, 6 Δεκεμβρίου και οι τηλεοπτικοί σταθμοί προέβαλαν καρτούνς, προκειμένου να εγκλιματιστούμε εν όψει των εορτών. Οι «λιλιπούτειοι καταναλωτές» –όλοι οι καταναλωτές, ως τέτοιοι, είμεθα «λιλιπούτειοι»– να ενημερωθούν στα περιθώρια τους, προτού συντάξουν τη λίστα τους, την προοριζόμενη για τον άγιο των Χριστουγέννων. Και ανάμεσα στα άκρως ενημερωτικά διαφημιστικά σποτάκια με τα νέα must παιχνίδια η μουδιασμένη αναγγελία μιας έκτακτης είδησης: 16χρονος νεκρός από σφαίρα αστυνομικού στην περιοχή των Εξαρχείων «κατά τη διάρκεια συμπλοκής». Αυτό. Και ύστερα επιστροφή στο κανονικό μας πρόγραμμα. Μια επιστροφή δηλωτική του ευσεβούς πόθου να διατηρηθεί η «ομαλότητα». Αλλά, πόσο κρίμα, αλήθεια! Η πραγματικότητα ενίοτε –σπάνια πλέον, είναι η αλήθεια– δεν ρυθμούται βάσει του ασθενούς σφυγμού που υπαγορεύει το τηλεοπτικό της είδωλο. Το βουντού δεν έπιασε… Οι εξοδούχοι του Σαββατοκύριακου έτυχαν του προνομίου να το διαπιστώσουν.Trigger happy. Στα αγγλικά αυτός που αρέσκεται να πιέζει τη σκανδάλη στην πρώτη ευκαιρία, δίχως αναστολές. Ετούτο το στρατιωτάκι εκτός από «ακούνητο και αμίλητο» απεδείχθη και μολυβένιο… Ή μήπως είναι άνθρωπος; «νευρικό σύστημα» που, όμως, βραχυκύκλωσε, όπως τα χριστουγεννιάτικα λαμπιόνια. Σαν τη φονική μηχανή-αστυνομικό από το Ρόμποκοπ. Τρελαίνεται και αρχίζει να πυροβολεί αδιακρίτως… Trigger. Στα αγγλικά η σκανδάλη, όπως αυτή που τράβηξε ένας από τους «praetors urbanis» (σ.σ το copyright για τα ποιητικά παραθέματα ανήκει στο μεγάλο ποιητή και φιλόσοφο Byron Polydor), δολοφονώντας εν ψυχρώ έναν έφηβο. Αλλά και trigger, πυροδοτώ. Τι πυροδότησε ο «φύλακας της πόλεως»; Μα αυτήν την πυριτιδαποθήκη που του έχει ανατεθεί ως «ειδικός φρουρός» να φρουρεί. Αυτήν την κοινωνία της οποίας υπήρξε γέννημα-θρέμμα, ζώντας και αφήνοντας του άλλους να πεθάνουν. Συμβάλλοντας δε στην έλευση του θανάτου τους πότε-πότε. Βασανίζοντας οικονομικούς μετανάστες στην προνομιακή τιμή των 1000 ευρώ. Σαρξ εκ της σαρκός μιας κοινωνίας που τρώει τις σάρκες της, με ένα «νευρικό σύστημα» εκφυλισμένο – είναι αυτή η τιμωρία των κανιβάλων… Έναν κοινωνικό ιστό σε αποσάθρωση, περίπου την πραγμάτωση του οράματος της Μάργκαρετ Θάτσερ, η οποία διακήρυξε: δεν υπάρχει κοινωνία. Υπάρχουν τα άτομα και οι οικογένειες τους. Ο καθένας για τον εαυτό του και ο θεός εναντίον όλων. Αυτή η κοινωνία με την αποξένωση της, όπου ως μόνη «διέξοδος» για τους νέους προβάλλεται η καταφυγή στις νεολαιίστικες υποκουλτούρες, παρουσιάζει μια εικόνα θρυμματισμένη, προσομοιάζοντας στο θέαμα μιας ραγισμένης, ετοιμόρροπης βιτρίνας… Ένα χτύπημα ακόμα. Το χάος ήταν εδώ προ πολλού. Δεν είναι οι φλόγες. Είναι η παγωμάρα της μοναξιάς του τέλους της πόλης ως πολιτικής κοινότητας.Και οι φλόγες ξεπροβάλλουν στο γυαλί της τηλεοπτικής οθόνης· στο μαγικό κουτί, στο ζωογυροσκόπιο, όπου τα θραύσματα επικολλούνται για να σχηματίσουν μιαν απατηλή εικόνα. Εκεί οι ομιλούσες κεφαλές, αφού θρηνήσουν για τις ολέθριες επιπτώσεις στην οικονομία, θα μας διαβεβαιώσουν πως, ασφαλώς, δεν γεννάται θέμα. Αυτό που προηγείται είναι η απώλεια της ανθρώπινης ζωής! Διαβεβαιώνουν επί της ουσίας για το αντίθετο, αφού δεν εξηγείται διαφορετικά η εμμονή τους να επαναλαμβάνουν περιοδικά, μονολογώντας αυτό που χαρακτηρίζουν ως «αυτονόητο», παρά μόνον ως αποδοχή του ότι αυτό το τελευταίο κάθε άλλο παρά τέτοιο είναι. Πρέπει, επομένως, η φράση τους να αναγνωσθεί ως εξής: αυτό που προηγείται είναι η απώλεια της ανθρώπινης ζωής. Η απώλεια της ανθρώπινης ζωής, ο αφανισμός της δημιουργικής δύναμης των ανθρώπων προηγείται –είναι πιο σωστά ταυτόσημη με αυτόν– του υποβιβασμού τους σε εμπορεύματα. Αυτό είναι αυτονόητο. Δεν είναι τυχαίο ότι οι αρτηρίες του εμπορίου γίνονται στόχος συνειδητά ή ασυναίσθητα. Οι πόλεις δεν είναι πλέον πόλεις για ανθρώπους, αλλά πόλεις για εμπορεύματα. «Η ζωή μιας πόλης αναστατώνεται» θα πει: η μετακίνηση των καταναλωτών-παραγωγών παρεμποδίζεται· οι συναλλαγές παρακωλύονται. Θα πει πως οι άνθρωποι προβάλλουν αντίσταση στην αντιμετώπιση τους ως αντικείμενα. Το δέντρο στο Σύνταγμα δεν άναψε. Αυτό το χριστουγεννιάτικό δέντρο είναι ένα θλιβερό φάντασμα· ένας σκελετός με λαμπιόνια. Είναι θλιβερό, καθότι η τύχη του υπήρξε τέτοια. Κατάλοιπο της παγανιστικής λατρείας που επεβίωσε στο χριστιανισμό κατέληξε να είναι το μεταλλικό τοτέμ της θρησκείας των ημερών. Του καταναλωτισμού, της πρώτης ρηχής, επιφανειακής ανάμεσα σε όλες τις θρησκείες που ποτέ υπήρξαν. Αλλά δεν αρκεί να πριονίζουμε τον κορμό του δέντρου που συγκρατεί τον κόσμο του καπιταλισμού. Χρειάζεται να κλέψουμε και από το δέντρο της γνώσης.Υπήρξαν οι θρησκευτικές αιρέσεις του 16ου αι, οι αναβαπτιστές, ο Τόμας Μύντσερ και οι αγροτικές εξεγέρσεις της ίδιας περιόδου στη Γερμανία. Όλα αυτά τα ρεύματα για τα οποία ο Φρίντριχ Έγκελς ισχυρίστηκε πως απετέλεσαν κινήματα κοινωνικά που δεν διέθεταν επίγνωση του κοινωνικού τους χαρακτήρα. Σήμερα δεν μπορούμε να είμαστε μια αίρεση. Χρειάζεται να απαλλαγούμε από κάθε ένα από τα στοιχεία εκείνα όπου παραπέμπουν σε μια θρησκευτική θεώρηση του κοινωνικο-ιστορικού. Δεν ωφελεί να αρκεστούμε στην καταστροφή σαν να προσμένουμε μιαν «αποκάλυψη», η οποία θα έρθει να αντικαταστάσει αυτό που υπάρχει. Οφείλει να εγκαταλειφθεί η αντίληψη που παραπέμπει στην ακοσμική κοσμοθεώρηση των μονοθεϊστικών θρησκειών στην «αρχέγονη» μορφή τους, προτού, δηλαδή, καταστούν επίσημες κρατικές ιδεολογίες. Είναι αναγκαίο να δημιουργήσουμε θεσμούς δημοκρατικούς· να τους δημιουργήσει η κοινωνία – αυτό εννοούμε, λέγοντας «να δημιουργήσουμε»· η κοινωνία που αυτοαλλοιώνεται, σε μια διαδικασία όπου η καταστροφή των υφιστάμενων θεσμών είναι αλληλένδετη, ταυτόσημη με την κοινωνική αυτοθέσμιση. Η οργή που εκφράζεται είναι κατανοητή. Αλλά επιστούμε την προσοχή, λέγοντας πως πρέπει να αποφευχθεί το να ιδωθεί αυτό που συμβαίνει ως κάποιου είδους βεντέτα ανάμεσα σε οποιονδήποτε «χώρο» και την Αστυνομία. Και είναι επίσης ζωτικής σημασίας το να εγκαταλειφθεί η μανιχαϊκή προσέγγιση, μια ακόμη θρησκευτική δοξασία, βάσει της οποίας το απόλυτο καλό μάχεται εναντίον του απολύτου κακού. Χρειάζεται να λάβουμε υπόψιν μας το ότι η αστυνομία ενσαρκώνει σημασίες, «αξίες» αυτής της κοινωνίας. Και οφείλουμε να επιστρατεύσουμε έναντι των αξιών αυτών την πειθώ· να δώσουμε απάντηση πολιτική. Με μια νέα πραγματικά δημοκρατική πολιτική.Είμαστε νέοι άνθρωποι. Φοιτητές, μαθητές, νέοι εργάτες. Να καταλάβουμε τα πανεπιστήμια, όπου αυτό δεν έχει ήδη συμβεί. Να τα μετατρέψουμε σε κέντρα συντονισμού, αντιπληροφόρησης. Να καλέσουμε τον κόσμο, τους εργαζόμενους να λάβουν ενεργό μέρος στις εν λόγω διεργασίες, ευελπιστώντας, προτρέποντας να διαχυθούν σε όλο το κοινωνικό σώμα. Όλα αυτά, ενδεχομένως, θα φαντάζουν ανεδαφικά. Είναι, όμως, απαραίτητο να κινηθούμε προς την κατεύθυνση αυτή, της κοινωνικής απεύθυνσης, προκειμένου να επιτευχθεί έστω το στοιχειώδες: να μην υπάρξει ποτέ άλλο περιστατικό, όπως αυτό της δολοφονίας του 16χρονου παιδιού ή όπως άλλα περιστατικά αστυνομικής βαναυσότητας που, είναι πλέον πρόδηλο, συνιστούν κάθε άλλο παρά «μεμονωμένα φαινόμενα». Ούτως ώστε ακόμα και αν οι προσδοκίες μας αποδειχθεί ότι απέχουν πολύ από την πλήρωση τους, να αφεθεί μια παρακαταθήκη για τη μελλοντική επιδίωξη και επίτευξη του στόχου του ριζικού κοινωνικού αυτομετασχηματισμού – που ως τέτοιος δεν σχετίζεται επ’ ουδενί με την εκπλήρωση κάποιας «προφητείας», για να συνεχίσουμε στο μοτίβο της αποτίναξης των θρησκευτικών προκαταλήψεων. Οι μεγάλες φωτεινές νύχτες ασκούν κάποια γοητεία. Ας φροντίσουμε να μην απομείνουμε με αυτές ως μακρινές αναμνήσεις για το τέλος των μικρών, σκιασμένων από την θυσία τους στην οικονομία, ζωών μας…
27 Nov 2008, 08:39 | Το πορτρέτο του καλλιτέχνη σε νηπιακή ηλικία
Πρόσφατα, ως γνωστόν, ανακοινώθηκε το νέο πρόγραμμα σπουδών του τμήματος μας. Όπως θα είναι μάλλον προφανές στον καθένα που το μελέτησε στοιχειωδώς –και όπως, άλλωστε, διαπιστώνεται από την απλή καθημερινή εμπειρία– το πλήθος των αναδιαρθρώσεων που με αυτό επιφέρονται ως κοινή συνισταμένη έχουν, πλάι στην ενίσχυση της τεχνοκρατικής πτυχής της σχολής, την περεταίρω εντατικοποίηση των ρυθμών φοίτησης. Όσο δε αφορά τον τρόπο λήψης των αποφάσεων, των αφορουσών τις εν λόγω ρυθμίσεις, αυτός χαρακτηρίστηκε από τη συνήθη αυθαιρεσία, με την οποία και οι προηγούμενες, συνεχείς ανακατατάξεις –που συνέβαλαν στην εμπέδωση ενός κλίματος αβεβαιότητας, αποσκοπούσας, θα έλεγε κανείς, στην καλλιέργεια της προσαρμοστικότητας μας, της αναγκαίας για την ανταπόκριση στα δεδομένα της διακρινόμενης από την επισφάλεια αγοράς εργασίας– επεβλήθησαν. Τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο έχει η αυτού μεγαλειότης, ο πρόεδρος, του οποίου οι, ούτως ή άλλως διευρυμένες, εξουσίες ενισχύονται συν τοις άλλοις από το εργασιακό καθεστώς του συμβασιούχου, στο οποίο το διδακτικό προσωπικό υπάγεται. Γεγονός που ως συνέπεια έχει, για λόγους ευνόητους, να δυσχεραίνεται η από πλευράς των διδασκόντων έκφραση, έστω, τυχών αντιρρήσεων. Πολύ περισσότερο, για τις εκτεταμένες τροποποιήσεις δεν ζητήθηκε η γνώμη των άμεσα ενδιαφερόμενων, εκείνων… προς χάριν των οποίων όλα γίνονται, δηλαδή όλων εμάς, των φοιτητών και φοιτητριών του τμήματος. Ιδού, λοιπόν, το παράδοξο! Οι φοιτητές αντιμετωπίζονται ως ενήλικες όταν πρόκειται για τους εξουθενωτικούς ρυθμούς φοίτησης, στους οποίους καλούνται να ανταπεξέλθουν, αλλά δεν τους αναγνωρίζεται η ικανότητα να αποφασίζουν τι είναι καλό γι’ αυτούς, να επιλέξει τι χρειάζεται ο καθένας ξεχωριστά, βάσει των ιδιαίτερων ενδιαφερόντων και προβληματισμών του, να μάθει – θα αλλοίωνε, θα «έβλαπτε» κάτι τέτοιο τον χαρακτήρα του «προϊόντος» της σχολής. Δεν κρίνονται, φερειπέιν, τα προϊόντα –έ… οι φοιτητές θέλαμε να πούμε– αρκετά ώριμοι εάν πρόκειται να αντιπαραταχθούν με τη λογική του «λίγο απ’ όλα», της πολλαπλής εξειδίκευσης που κυριαρχεί στη σχολή· να αντιτάξουν, επί παραδείγματι, στην επιβεβλημένη παρακολούθηση πληθώρας αντικειμένων που ως απόρροια έχει την εκ των πραγμάτων πλημμελή ενασχόληση με το καθένα από αυτά, την επικέντρωση σε εκείνα που τους ενδιαφέρουν περισσότερο, ούτως ώστε να τους δοθεί η ευκαιρία μιας όντως επισταμένης μελέτης, όπως και της καλλιέργειας των κλίσεων τους· όταν αξιώνουν να διαθέτουν το χρόνο τους, όπως αυτοί κρίνουν, αρνούμενοι να αποδεχθούν τα όσα ορίζονται από το πρόγραμμα σπουδών ως αποκλειστικό αντικείμενο ενασχόλησης τους.Καθίσταται, επομένως, πρόδηλο ότι ο ρόλος που μας επιφυλάσσεται δεν είναι άλλος από αυτόν του παθητικού αποδέκτη. Οφείλουμε να απορροφήσουμε τον εκπεμπόμενο κατά τη διάρκεια της παράδοσης όγκο των πληροφοριών, των οποίων γινόμαστε αποδέκτες, δίχως να μας παρέχεται ο χρόνος της στοιχειώδους επεξεργασίας τους, προκειμένου να εξετασθούμε εν συνεχεία, για να διαπιστωθεί ο βαθμός της αφομοίωσης τους, σε μια διαδικασία η οποία θυμίζει εργαστηριακό έλεγχο των ιδιοτήτων αδρανών υλικών. Αυτό είναι το καθήκον μας και όχι η κριτική αποτίμηση των όσων διδασκόμαστε. Ο διάλογος σπανίζει και αυτό με σημαντική ευθύνη των ίδιων των φοιτητών, που ως μόνο ελαφρυντικό φέρουν το ότι είναι γαλουχημένοι με την αντίληψη, σύμφωνα με την οποία το τι είναι καλό, το τι πρέπει να μάθουν, είναι άλλοι αρμόδιοι να το ορίσουν. Πρόκειται για τους ίδιους εκείνους που διαχειρίζονται το εκπαιδευτικό σύστημα, το οποίο άλλωστε επιφορτίζεται με το να φέρει εις πέρας το καθήκον της εμφύσησης της προαναφερθείσας αντίληψης· να μυήσει στη λογική της εναπόθεσης της μοίρας μας ση γραφειοκρατία. Ύστερα οι σεβάσμιοι ακαδημαϊκοί άρχοντες κατακεραυνώνουν τους φοιτητές για το χαμηλό τους επίπεδο ως «ακαδημαϊκοί πολίτες» – μομφή η οποία συνεχώς εναλλάσσεται με την ασύστολη κολακεία, για να συνθέσουν μαζί έναν λόγο που, όχι τυχαία, μοιάζει να απευθύνεται σε νήπια. Και αναρωτιέται εύλογα κανείς αν είναι όντως ο φαρισαϊσμός τους τόσο απροκάλυπτος ή αν στ’ αλήθεια είναι τόσο αφελείς, αν αδυνατούν να συνυπολογίσουν την ευθύνη που οι ίδιοι φέρουν για όσα καταγγέλλουν.Με λίγα λόγια, χωρίς το διάλογο το πανεπιστήμιο δεν είναι τέτοιο, αλλά παιδικός σταθμός, όπου μόνο βαβίσματα θα αντηχούν. Δεν ενθαρρυνόμαστε να μιλάμε. Τουναντίον, έχουμε διδαχθεί στην έως τώρα εκπαιδευτική μας πορεία να αδιαφορούμε για ότι λέγεται και να προσποιούμαστε πεισματικά το αντίθετο – κάτι που όλοι καμώνονται πως δεν αντιλαμβάνονται. Να κάνουμε ερωτήσεις, όχι επειδή μας ενδιαφέρουν τα όσα λέγονται στο μάθημα, αλλά αναμένοντας την επιβράβευση για την πρόθυμη συμμετοχή μας. Και αν διαισθανόμαστε ότι κάτι δεν πάει καλά, έχουμε διδαχθεί να περιοριζόμαστε σε συζητήσεις στους διαδρόμους στην καλύτερη περίπτωση, ξορκίζοντας την κακιά μας μοίρα, οικτίροντας τους εαυτούς μας. Το να μοιραστούμε ανοιχτά τον προβληματισμό μας, προσβλέποντας σε μια συλλογική αντιμετώπιση των δυσχερειών, αποκλείεται ως επιλογή. Υπάρχουν βέβαια και εκείνοι που δεν έχουν κανέναν προβληματισμό, καθότι υπήρξαν εξαιρετικοί μαθητές και φρόντισαν να προσαρμοστούν. Όλες οι απορίες τους λύθηκαν… Είναι και οι άλλοι που κάτι τους φταίει, αλλά δεν ξέρουν τι. Η έκδηλη μελαγχολία των τελευταίων στην περίπτωση της σχολής μας –όπου το μόνο που φαίνεται να επιβιώνει από το παρελθόν εν μέσω του καταιγισμού της ψηφιοποίησης και των «νέων τεχνολογιών» είναι τα στερεότυπα– αποδίδεται στην «ιδιοσυγκρασία του καλλιτέχνη». Αυτοί θα μιλήσουν μέσα από το έργο τους…Ετούτη η δεξιότητα, η αποκτηθείσα κατόπιν τόσων κόπων, η ικανότητα να καταπνίγουμε όποια σκέψη, προτού καταφέρει να αρθρωθεί σε λόγο, μέλει να αποδειχθεί η πλέον πολύτιμη, όταν η ώρα της επιτέλεσης του έργου επιτέλους φτάσει· όταν οι μεγάλες προσδοκίες θα απέχουν μιαν ανάσα μόλις από την εκπλήρωση τους! Ανάμεσα στο πλήθος των προσόντων που θα μας έχουν εμφυτευθεί, έως ότου αποφοιτήσωμεν, συνιστά εκείνο, δίχως το οποίο διαθέτουμε ελάχιστες, μηδαμινές πιθανότητες να βρούμε αγοραστή στην αγορά εργασίας – αυτήν την αγορά η οποία απαρτίζεται από μουγγούς, βρισκόμενη σε αντιδιαστολή με την άλλη, την αγορά των ιδεών, την οποία έχει υποκαταστήσει. Όταν θα κληθούμε να υπηρετήσουμε τον τομέα της διαφήμισης ή κάποιαν άλλην από τις πολυπληθείς διακλαδώσεις της μαζικής κουλτούρας που, εκδιπλωνόμενες όπως αυτές ενός παρασιτικού φυτού, απομυζούν συστηματικά τον ξενιστή από κάθε ρανίδα ενέργειας. Τότε όπου θα κληθούμε να ανταποκριθούμε σε μια διαδικασία, η οποία αποτελεί το αντίστοιχο του να φέρει κανείς εις πέρας μια εργασία σε ένα μάθημα, παρόλο που δεν τον ενδιαφέρει, απλά και μόνο επειδή του ανετέθη. Και συντρίβει η διαδικασία αυτή κάθε αυταπάτη, προδίδοντας πως η «αποδοτικότητα», η αποτελεσματικότητα προκρίνεται εις βάρος –και τι ειρωνεία! Όλα αυτά σε μια σχολή «τεχνών»– της δημιουργικότητας. Γιατί η δημιουργικότητα δεν συνάδει με την παραγωγικότητα και τα προϊόντα της βιομηχανίας της κουλτούρας, την οποία προοριζόμεθα να επανδρώσουμε. Όταν τύχεις της μεγίστης τιμής να διοριστείς διεκπεραιωτής, υπάρχουν τρεις τρόποι να επιβιώσεις α. προσαρμόζεσαι και δεν σε νοιάζει η δεν καταλαβαίνεις β. καταφεύγεις στον κυνισμό που λαμβάνει διαστάσεις επιδημίας γ. παίρνεις αντικαταθλιπτικά. Υπάρχει και μια τέταρτη διέξοδος. Να πάψουμε να είμαστε διεκπεραιωτές, αγωνιζόμενοι για να αλλάξει η κοινωνία η βασιζόμενη σε αυτή τη διαίρεση ανάμεσα σε αυτούς που λαμβάνουν τις αποφάσεις και σε αυτούς που εκτελούν τις εντολές. Ποιος είπε ότι οι αλλεπάλληλες αλλαγές στο πρόγραμμα σπουδών δεν υπακούουν σε καμία λογική; Είναι η λογική, οι αξίες αυτής της κοινωνίας της διαιρεμένης σε αυτούς που σκέπτονται και σε αυτούς που εκτελούν το σημείο εκκίνησης τους. Από αυτές υπαγορεύεται η αντιμετώπιση μας ως ανήκοντες σε ένα στάδιο ενδιάμεσο του ενήλικα και του νηπίου. Το ότι αξιολογούμαστε για τις επιδώσεις μας, τη συνέπεια μας στην τήρηση κανόνων και διαδικασιών, στη διαμόρφωση των οποίων δεν μας επιτρέπεται να έχουμε λόγο.Έχουμε, λοιπόν, εμπεδώσει το μάθημα μας. Τώρα πια τα αναρίθμητα κελεύσματα των οποίων έχουμε υπάρξει αποδέκτες και τα οποία κυμάνθηκαν –ανάλογα με την «κοσμιότητα» του δασκάλου– από το «παρακαλώ, μη μιλάτε», ως το «σκάστε!», μοιάζουν να συνθέτουν μια ευρύτερη εικόνα. Δεν μιλάμε και πολύ περισσότερο δεν είμαστε διατεθειμένοι να κάνουμε κάτι για όλα τα προαναφερθέντα, παρότι η δυσαρέσκεια για τις «μεταρρυθμίσεις» είναι διάχυτη και αφορά το μεγαλύτερο μέρος των φοιτητών, αν κρίνει κανείς από τους ψίθυρους που ανταλλάσσονται δεξιά κι αριστερά. Δεν θα ήταν δύσκολο αυτή η κοινότητα, που μετά βίας αριθμεί 300 μέλη, να διαβουλευθεί, να διαπιστώσει ποια είναι η θέληση της και να φροντίσει να την επιβάλει. Όμως η γενική συνέλευση έχει απαξιωθεί και οι μηχανορραφίες και δημαγωγίες των παρατάξεων έχουν συμβάλλει σε αυτό τα μέγιστα. Αναντίρρητα είναι απεχθείς οι συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες. Συνιστούν, όσο και αν ενίοτε φαινομενικά αντιπαρατίθενται μαζί του, τα γνήσια τέκνα του εκπαιδευτικού συστήματος. Όμως, για το ότι νέμονται ό, τι έχει απομείνει από το δημόσιο χώρο, λυμαίνονται τη γενική συνέλευση που θα μπορούσε υπό άλλες συνθήκες να αποτελέσει χώρο δημοκρατικού διαλόγου επί ίσοις όροις και από κοινού λήψης αποφάσεων, η ευθύνη βαραίνει εμάς που αφήνουμε σε αυτούς τους νεοσσούς τη γραφειοκρατίας το πεδίο ελεύθερο, όπως και στις «μεγάλες» γραφειοκρατίες που είναι η μήτρα απ΄ όπου ξεπήδησαν. Μπορούμε να δώσουμε ένα τέλος. Προτείνουμε να συγκαλέσουμε γενική συνέλευση, στην οποία η μαζική συμμετοχή είναι αναγκαία, να συναποφασίσουμε τα αιτήματα μας, να τα διατυπώσουμε, να τα υποβάλλουμε προς έγκριση και, εφόσον δεν γίνουν αποδεκτά, να επιβάλλουμε την εξουσία της δημοκρατικής γενική συνέλευσης, της δίχως εκπροσώπους που να μην είναι διαρκώς υπόλογοι σε αυτήν, όντας ανά πάσα στιγμή ανακλητοί, διαμέσου κινητοποιήσεων –η μορφή των οποίων θα αποφασιστεί τότε– ως της μόνης εξουσίας στο πανεπιστήμιο.Καλούμε σε γενική συνέλευση την Πέμπτη 4 Δεκεμβρίου στις 15:00Φοιτητές/τριες του ΤΗΧΕΙ, μέλη και φίλοι/ες της Πρωτοβουλίας Αυτόνομων Κέρκυρας
14 Nov 2008, 12:35 | Ταινία καταστροφής ή Τα ζόμπι προσμένουν την ημέρα της κρίσεως
Δεν θα πρωτοτυπούσαμε, λέγοντας πως τα ελληνικά ηλεκτρονικά –και όχι μόνο– ΜΜΕ ομφαλοσκοπούν. Σε πλείστες όσες περιπτώσεις έχει στηλιτευθεί η αδιαφορία την οποία τα εγχώρια media επιδεικνύουν για τα τεκταινόμενα στη «διεθνή σκηνή», κριτική που ενίοτε ασκείται από τους ίδιους τους θαμώνες των φιλόξενων τηλεοπτικών συχνοτήτων. Οπότε, τις φορές εκείνες όπου οι διεθνείς εξελίξεις καταλαμβάνουν την τιμητική θέση του πρώτου θέματος στα δελτία ειδήσεων, προσλαμβάνουν ταυτοχρόνως τη χροιά ενός ακραίου καιρικού φαινομένου, ενός καταστροφικού τυφώνα που, εκκινούμενος άγνωστο από πού, εισβάλει στην –τηλεοπτική– επικράτεια μας, απειλώντας να διαταράξει βιαίως την τόσο οικεία μονοτονία της, τη διακρινόμενη από την περιοδικότητα της εναλλαγής των συνταρακτικών αποκαλύψεων τη συγκρινόμενη μονάχα με τη διαδοχή των εποχών του χρόνου – αν και αυτή η τελευταία έχει πλέον με τη σειρά της, πέραν πάσης αμφιβολίας, διασαλευθεί. Και βέβαια η «θεομηνία», εκτός από ανησυχητική και αναπόφευκτη, είναι, επίσης, ανεξήγητη. Όταν δε μιλάμε για τη «χρηματοπιστωτική κρίση», τα πράγματα καθίστανται έτι περεταίρω δυσνόητα. Οι «ειδικοί αναλυτές» μπορούν να καμώνονται πως εξηγούν για τα στεγαστικά δάνεια, τα «golden boys», τα «τοξικά ομόλογα», μετερχόμενοι όλους τους ανόητους νεολογισμούς της ημέρας, όσο η σύγχυση, που με τον τρόπο αυτό ενισχύεται, εντείνει ταυτοχρόνως την αίσθηση ότι επίκειται ο όλεθρος, στοιχείο αναπόσπαστο κάθε ταινίας καταστροφής. Όμως κάπου το σενάριο κάνει κοιλιά, ξεφουσκώνει, το σασπένς χάνεται και μαζί με αυτό η προσοχή του τηλεθεατή. Έτσι είναι. Ακόμη και ενώπιον της επαπειλούμενης «κατάρρευσης του χρηματοπιστωτικού συστήματος», της «μετάδοσης της κρίσης στην πραγματική οικονομία» κανείς μπορεί να αποβλέπει στο κέρδος. Τα ΜΜΕ εξακολουθούν να έχουν ως μέλημα τους τους δείκτες τηλεθέασης, την κερδοσκοπία, τη στιγμή που αυτή η τελευταία ευθύνεται για την καταστροφή, τον κίνδυνο της οποίας, υποτίθεται, επισείουν. Άλλωστε οι συνεχείς καταστροφές μπορούν να αποβούν επωφελείς, είναι μάλιστα αναγκαίες για την «πρόοδο», καθώς διακηρύττει το δόγμα του ακραιφνούς οικονομικού φιλελευθερισμού. Επομένως, δεν αποτελεί έκπληξη το ότι η λειτουργία της οικονομίας δεν γίνεται κατανοητή από τους πολίτες, όταν η οικονομία έχει ουσιαστικά αυτονομηθεί, έχει τεθεί στο επίκεντρο της κοινωνικής ζωής, καταλήγοντας να ορίζει κάθε άλλη πτυχή της. Στο σημείο αυτό έγκειται η ιστορική καινοτομία της καπιταλιστικής θέσμισης, καθότι για πρώτη φορά έχουμε μια κοινωνία, στην οποία η οικονομική σφαίρα δεν επιδέχεται ελέγχου, δεν καθορίζεται από οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα, αλλά αντιθέτως έχει πλήρως αποχαλινωθεί. Εντός αυτού του πλαισίου είναι που οφείλει να θεωρηθεί η «οικονομική κρίση», η οποία, όπως θα επιχειρήσουμε να καταδείξουμε στη συνέχεια, δεν είναι «οικονομική», ενώ διατηρούμε τις αμφιβολίες μας, για λόγους που επίσης εν συνεχεία θα αποσαφηνιστούν, για το κατά πόσο συνιστά «κρίση». Θεωρούμε, λοιπόν, πως τα φαινόμενα των τελευταίων μηνών αποτελούν απόρροια της προαναφερθείσας αυτονόμησης της οικονομίας, της παντοκρατορίας των οικονομικών κριτηρίων. Είναι η μοίρα μιας κοινωνίας προσανατολισμένης στη «διαρκή ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων» –ανάπτυξη που δεν υπόκειται σε κανενός είδους περιορισμό, ούτε υπακούει στην εξυπηρέτηση κάποιου σκοπού καθιστάμενη η ίδια αυτοσκοπός– και η οποία κοινωνία για να λειτουργήσει οφείλει, όπως κάθε άλλη, να δημιουργήσει τον τύπο ατόμου που εξυπηρετεί την προσδοκώμενη διαιώνιση της. Η «ανάπτυξη» δεν μπορεί να επιτευχθεί δίχως την προώθηση του ανταγωνισμού και του ατομικισμού. Ο ανθρωπολογικός τύπος που ο καπιταλισμός προάγει είναι, κοντολογίς, αυτός του ανθρώπου-ιδιώτη, ο οποίος κόπτεται αποκλειστικά για το δικό του συμφέρον. Δεν χρειάζεται πολύ μυαλό για να καταλάβει κανείς ότι καμιά κοινωνία δεν μπορεί να λειτουργήσει, όταν τα μέλη της έχουν ως αποκλειστικό μέλημα τους την αποκόμιση οικονομικού οφέλους. Όταν διακρίνονται από τον κυνισμό, τον ατομικισμό, το ναρκισσισμό, από την αδιαφορία για τις συνέπειες των ενεργειών τους, της οποίας ενδεικτική είναι η μακαριότητα, με την οποία αντιμετωπίζεται η διαρκώς εντεινόμενη περιβαλλοντική κρίση, συνέπεια με τη σειρά της, της ανευθυνότητας που οι άνθρωποι επιδεικνύουν. Αν ο καπιταλισμός επιβίωσε ως τώρα δεν το οφείλει σε αυτόν το τύπο ατόμου που «παράγει». Το χρωστά σε τύπους ατόμων που «κληρονόμησε» από προγενέστερες κοινωνικο-ιστορικές θεσμίσεις, στων οποίων, όμως, τη διάβρωση συστηματικά επιδίδεται. Στον δικαστή που πιστεύει στην απόδοση δικαιοσύνης, στον εκπαιδευτικό που διαθέτει την αίσθηση του καθήκοντος απέναντι στην κοινωνία, στον ευσυνείδητο δημόσιο υπάλληλο που θέλει να κρατάει τους τύπους, στον εργάτη που, παρά την εκμετάλλευση την οποία υφίσταται, επιδιώκει από φιλότιμο να κάνει σωστά τη δουλειά του. Σήμερα είναι αυξημένες οι πιθανότητες ένας εκπαιδευτικός, φερ’ ειπείν, να μην κόπτεται να μεταδώσει οποιαδήποτε θετική αξία στους μαθητές του, ενδιαφερόμενος μονάχα για τα μισθολογικά του, τα ιδιαίτερα του κλπ. Και σε αυτήν του την αντιμετώπιση ενθαρρύνεται επιπροσθέτως από την επίγνωση του γεγονότος ότι οι μαθητές του θα είναι κατά πάσα πιθανότητα γαλουχημένοι με μια λογική του τύπου, «άντε να τελειώνουμε, να πάρουμε το πτυχίο μας, να κάνουμε καριέρα, να έχουμε αυτοκίνητο και σπίτι με πισίνα», αφού ο καταναλωτισμός αποθεώνεται, όντας ο περισπασμός για τα υπαρξιακά ερωτήματα, στα οποία είναι αδύνατο να δοθεί η όποια απάντηση από μια κοινωνία που νοσεί από την απουσία νοήματος, ως επακόλουθο της καταστρεπτικής επίδρασης του οικονομισμού. Γίνεται επομένως προφανές πως το ζήτημα εδώ δεν είναι να κρίνουμε τις αξίες που οι προαναφερθέντες τύποι ατόμων πρεσβεύουν. Να πούμε, δηλαδή, αν η δικαιοσύνη που ο ευσυνείδητος δικαστής απένεμε υπήρξε όντως τέτοια. Το ουσιώδες εν προκειμένω είναι να διαπιστώσουμε ότι όλες οι αξίες που άλλοτε συνείχαν τις κοινωνίες –συμπεριλαμβανομένων ακόμη και όσων ενέπνεαν τους πιστούς της καπιταλιστικής θρησκείας και πλέον επίσης καταρρέουν, παραγκωνιζόμενες από τον καιροσκοπισμό και την κερδοσκοπία [1]– έχουν πλέον εκλείψει ή τείνουν να εκλείψουν, υποκαθιστάμενες από τη μία και μόνη «αξία» της εποχής μας. Την αξία του χρήματος. Καθίσταται πρόδηλο ότι η διαβρωτική δράση του καπιταλισμού, καταστρέφοντας κάθε έννοια που τα άτομα θα μπορούσαν να επενδύσουν με νόημα, εκδηλώνεται σε βάρος του κοινωνικού ιστού καθεαυτού, πλήττοντας τον ανεπανόρθωτα, έχοντας ως αποτέλεσμα την αποσάθρωση του. Η ανάπτυξη και ο ανταγωνισμός δεν είναι δυνατό να συνυπάρξουν με την αλληλεγγύη και την κοινότητα. Ήταν εν μέσω ενός περιβάλλοντος, το οποίο διεπόταν από τα εν λόγω χαρακτηριστικά που κατέστη δυνατή και η ανάδυση του κλασσικού επαναστατικού εργατικού κινήματος. Αρεσκόμαστε να σημειώνουμε ότι το εργατικό κίνημα επανειλημμένα «έσωσε» τον καπιταλισμό άθελα του, αναγκάζοντας τον σε υποχωρήσεις, κατακτώντας ελευθερίες και δικαιώματα, ανακόπτοντας τον παραλογισμό του. Χαρακτηριστικά, εφόσον ο καπιταλισμός δεν είχε συναντήσει τη σθεναρή αντίσταση των εργαζομένων στην επιδίωξη του –με την οποία απέβλεπε στη μεγιστοποίηση του κέρδους– για διατήρηση του εξουθενωτικού ωραρίου, των εξίσου εξοντωτικών ρυθμών και το εξευτελιστικών αμοιβών, τότε θα πνιγόταν μέσα σε έναν ωκεανό από το πλεόνασμα των αδιάθετων προϊόντων της εργασίας αυτής, αφού η απόλυτη ένδεια των εργαζομένων δεν θα τους επέτρεπε να τα καταναλώσουν. Δεν υπάρχει τίποτα που να μας κάνει να πιστεύουμε ότι ο καπιταλισμός θα «παραχωρούσε ούτως ή άλλως» τα εν λόγω «προνόμια». Τουναντίον, κάθε αντίστοιχος ισχυρισμός είναι αστείος, αβάσιμος, μιας και δεν λαμβάνει υπόψη την «ορθολογικότητα» του καπιταλισμού, τις ασυναρτησίες όπως αυτές περί αυτορρύθμισης των αγορών κλπ. Εδώ και μια 35ετία περίπου –με αφετηρία, δηλαδή, οποία ειρωνεία, αλήθεια, την εποχή της μεσουράνησης των ταινιών καταστροφής που λέγαμε στην αρχή–, δεδομένης της ραγδαίας υπαναχώρησης των κοινωνικών κινημάτων, ο καπιταλισμός παίζει χωρίς αντίπαλο. Και έτσι η βλακεία επιδίδεται σε όργια… Πως όμως οδηγηθήκαμε στην απάθεια, τη χαύνωση που μοιάζει να κυριαρχεί; Χάρη, βέβαια, σε αυτή τη βλακεία της καπιταλιστικής θέσμισης που κατά τα λοιπά αυτοπροβάλλεται ως «ορθολογική». Όπως φάνηκε και από την προηγούμενη αναφορά στο εργατικό κίνημα, ο καπιταλισμός έχει ανάγκη τη δημιουργικότητα των ανθρώπων. Δεν το γνωρίζει, όμως, και γι’ αυτό την καταστέλλει, έχοντας, ούτως ή άλλως, ως στόχο την «ορθολογική» κυριάρχηση επάνω στους ανθρώπους, όπως και σε βάρος της φύσης. Επιδιώκει να περιορίσει τη συμμετοχή τους σε ασφυκτικά πλαίσια. Αποζητά, επομένως, τη συμμετοχή τους στην παραγωγή, αλλά τους προορίζει για τη θέση του διεκπεραιωτή, του εκτελεστή εντολών, προερχόμενων από τη διοίκηση. Οι εργαζόμενοι δεν μπορούν να έχουν λόγο πάνω στη διαδικασία της παραγωγής, να αποφασίζουν οι ίδιοι για το τι παράγουν, με ποιόν τρόπο, ποιο σκοπό εξυπηρετεί το προϊόν της εργασίας τους. Αντίστοιχα, στο πεδίο της πολιτικής οι άνθρωποι οφείλουν να περιοριστούν στο ρόλο του ψηφοφόρου, να αναθέτουν σε επαγγελματίες αντιπροσώπους τη διαχείριση των υποθέσεων τους. Σε αυτήν την τάση του καπιταλισμού να επιβάλλει τον έλεγχό επάνω τους, σε αυτήν την από μέρους του επιζητούμενη «πραγμοποίηση» που από τη στιγμή που θα επιτυγχανόταν, θα σήμαινε αυτομάτως την κατάρρευση της κοινωνίας, οι άνθρωποι αντιστάθηκαν διαχρονικά, διεκδικώντας να έχουν λόγο για κάθε πτυχή της κοινωνικής ζωής. Η επιδίωξη τους αυτή εκφράστηκε ρητά διαμέσου των κοινωνικών κινημάτων που σημάδεψαν τη Δύση από το Διαφωτισμό και ύστερα. Πρόκειται για την έκφραση της μίας εκ των δύο αντινομικών πτυχών της διφυούς δυτικής παράδοσης, για το χειραφετισιακό πρόταγμα που συνυπάρχει με το κυριαρχικό σκέλος της σε μια σχέση διαρκούς αντιπαράθεσης, αλλά και αλληλοδιαπλοκής, εκατέρωθεν «μπολιάσματος». Καθώς η τάση του καπιταλισμού να «αξιοποιήσει» τη συμμετοχή των ανθρώπων κατ’ αποκλειστικότητα στους τομείς που κρίνεται σκόπιμο οδηγεί στην κατακρεούργηση της φαντασίας τους, η εξύψωση της παραγωγικότητας φέρει ως επακόλουθο την καταβαράθρωση της δημιουργικής τους δύναμης, η κυριαρχική πτυχή του δυτικού φαντασιακού λαμβάνει την πρωτοκαθεδρία, απειλόντας να επικρατήσει ολοκληρωτικά. Αψηφώντας το βάθος αυτής της ανθρωπολογικής κρίσης, δεν είναι λίγοι όσοι εν μέσω αυτής επιμένουν να επικεντρώνονται στα επιφαινόμενα, στην οικονομία και σπεύδουν, βάσει αυτής τους της θεώρησης, ως προφήτες που διαβάζουν την κίνηση των νεφών να προδικάσουν την τροπή που τα πράγματα πρόκειται να λάβουν. Είτε προεξοφλούν την κατάρρευση του καπιταλισμού, επιχαίροντας γι’ αυτήν, είτε αναμένουν το ξέσπασμα εξεγέρσεων που «αναπόφευκτα» συνοδεύουν μια οικονομική κρίση, είτε ανακαλύπτουν συνομωσίες, είτε διαβεβαιώνουν πως ο καπιταλισμός «θα ανταπεξέλθει στις προκλήσεις, όπως πάντα έκανε», απορροφώντας τους «κραδασμούς» και επανακάμπτοντας δριμύτερος, όλοι έχουν ένα κοινό σημείο. Ανίκανοι να αποδράσουν από την παραδοσιακή λογική και οντολογία, αυτήν της καθοριστικότητας, αρνούνται τον χρόνο, την ιστορία ως πεδίο ανάδυσης της ριζικής ετερότητας, πεδίο δημιουργίας κοινωνικής, δημιουργίας μορφών ολοκληρωτικά νέων. Γι’ αυτούς οι ίδιες αιτίες έχουν πάντα τα αυτά αποτελέσματα. Ή τα πάντα «εξηγούνται», βάσει μιας απλής λογικής επαγωγής. Ή γίνονται προκειμένου να εξυπηρετηθεί ένας προκαθορισμένος σκοπός. Όμως η ιστορία δεν εκτυλίσσεται σύμφωνα με κάποιο σχέδιο, υπακούοντας στην «πανουργία του λόγου» και το κάθε ιστορικό γεγονός που λογίζεται σήμερα απλά ως «λογική συνέπεια» μιας α ενέργειας φαντάζει ως τέτοια, απλά και μόνον επειδή έχει ήδη συμβεί. Επειδή θεωρείται εκ των υστέρων υπό το πρίσμα των κρατουσών αντιλήψεων, ως εξέλιξη που υπήρξε αναπόδραστη. Αλλά οι πράξεις των ιστορικών υποκειμένων, ακόμα και όταν αυτά επιδιώκουν να επιτύχουν ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα, δεν έχουν απαραιτήτως την επιθυμητή κατάληξη, όπως καταδεικνύεται και από το παράδειγμα της αθέλητης «διάσωσης» του καπιταλισμού από το εργατικό κίνημα –το εργατικό κίνημα που αποσκοπούσε, ας μην το ξεχνάμε, στην ανατροπή του καπιταλισμού–, το οποίο προηγούμενα παραθέσαμε. Ή όπως υποδηλώνει το παράδειγμα ενός αυτοκράτορα μιας παραπαίουσας αυτοκρατορίας, ο οποίος, πασχίζοντας να επιτύχει τη διάσωση της, επιτείνει την έλευση της κατάρρευση της. Σήμερα δίνεται η εντύπωση ότι οι άνθρωποι μετά από γενεές διαπνεόμενες από υπεραπλουστευτικές, μονοδιάστατες, «ορθολογικές» προσεγγίσεις του κοινωνικού και του ιστορικού έχουν τόσο εθιστεί σε αυτές, ώστε γίνονται οι ίδιοι, όντως, μονοδιάστατοι, κάτι που, εφόσον ισχύει, είναι ικανό να προξενήσει μόνο τη βαθιά ανησυχία για το τι πρόκειται να επακολουθήσει. Εμείς δεν φιλοδοξούμε να επιδοθούμε σε προφητείες – εικάζουμε δε ότι η «δημοφιλία» που αυτές σημειώνουν στις μέρες μας θα μπορούσε να ιδωθεί ως υπεραναπλήρωση, απόπειρα αντιστάθμισης της παροιμιώδους αδιαφορίας που οι κοινωνίες επιδεικνύουν για το μέλλον, του γεγονότος ότι φαίνεται οι άνθρωποι να βιώνουν ένα διαρκές παρόν, συνθήκη η οποία ερμηνεύει την απαράμιλλη ανευθυνότητα τους που προηγούμενα θίξαμε. Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, ότι παραιτούμεθα της εργασίας που ως στόχο έχει να διερευνήσει την πιθανή έκβαση των γεγονότων, αλλά ότι έχουμε συνείδηση των ορίων μιας τέτοιας απόπειρας. Του γεγονότος ότι αυτό που μέλει να επακολουθήσει εξαρτάται από εμάς – όχι εμάς την Πρωτοβουλία Αυτόνομων Κέρκυρας, εμάς την κοινωνία. Με άλλα λόγια, η όποια απόπειρα διαύγασης των τεκταινομένων δεν αποσκοπεί στο να μαντέψουμε τι θα γίνει, άλλα στο να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε μέσα σε αυτήν τη συγκυρία. Έτσι, λοιπόν, ξεκινάμε διαπιστώνοντας πως δεν μπορούμε να μιλάμε για κρίση. Δεν το επιτρέπει αυτό η διττή σημασία του όρου που υποδηλώνει την εκτύλιξη μιας διαδικασίας φθοράς, παρακμής, στην οποία όμως κυοφορείται κάτι. Η κρισιμότητα έγκειται στο διακύβευμα που αφορά στην ανάδυση μιας άλλης κατάστασης. Έχει, επομένως, η κρίση επίσης την έννοια της απόφασης που ακολουθεί μια σύγκρουση. Χωρίς αυτήν η όποια «κρίση» δεν είναι τέτοια, όντας, αντίθετα, ένα ακόμη επεισόδιο, παροξυσμικό έστω, σε μια, ούτως ή άλλως λαμβάνουσα χώρα, διαδικασία παρακμής. Και μπορεί η σήψη κάλλιστα να συνεχιστεί ανεξάρτητα από τις παρεμβάσεις των ηγετών, του Γκόρντον Μπράουν ή του Νικολά Σαρκοζύ – ο οποίος μέχρι χθες ασχολούταν με την Κάρλα Μπρούνι και το image making. Αψηφώντας την εκλογή του Μπάρακ Ομπάμα και την επιχειρούμενη αναζωογόνηση του «αμερικάνικου ονείρου», την προσπάθεια διάδοσης μιας «αισιοδοξίας που θα τονώσει τις αγορές». Η επανάκαμψη της πίστης σε μεσσίες –με τα όσα προδίδει για τις κοινωνίες που την ενστερνίζονται– είναι κάθε άλλο παρά ενθαρρυντική, ενώ σίγουρα μια κινητοποίηση η οποία θα φτάνει μέχρι την κάλπη δεν είναι ικανή να επιφέρει καμία ουσιαστική αλλαγή. Πόσω μάλλον όταν αφορά η παρακμή, όπως προσπαθήσαμε να δίξουμε, όχι την οικονομία, αλλά τον ανθρώπινο πολιτισμό στο σύνολό του. Φαίνεται, λοιπόν, πως υφίσταται εδώ μια ομαδική παράκρουση – και βιώνεται, ίσως, με μια κάποια ανακούφιση, καθότι πρόκειται για μια από τις εξαιρετικά σπάνιες στους καιρούς μας περιπτώσεις, όπου οτιδήποτε βιώνεται συλλογικά. Η αφειδής κινδυνολογία μοιάζει να μην απέχει ιδιαίτερα από την ευχή, την προσμονή μιας καταστροφής που θα θέσει στον παραλογισμό, στην ανομία ένα τέλος. Θα επέλθει ως λύτρωση, ως κάθαρση, ως τιμωρία της ύβρεως, του ξεπεράσματος κάθε ορίου[2]. Όμως, είπαμε, εδώ δεν μιλάμε για τραγωδία. Ορισμένοι μπορεί να αναζητούν τις ρίζες του αγγλοσαξονικού μοντέλου αφήγησης στον Αριστοτέλη, αλλά αγνοούν το σημαίνοντα ρόλο που η πρόσληψη διαδραματίζει και δη, το μεγάλο ταλέντο του καπιταλισμού να εκφυλίζει, να ευτελίζει ότι πιάνει στ χέρια του – ήδη του πλέξαμε το σχετικό εγκώμιο. Επομένως, όσο και αν οι φιγούρες στην ταινία καταστροφής είναι μοιραίες, καθώς ανήμπορες συμπαρασύρονται από τον κόσμο τους, τον οποίο βλέπουν να καταρρέει γύρω τους εν μέσω μιας προσχηματικής πλοκής που φαντάζει ως φάρσα, δεν παύουν να είναι απλοί κομπάρσοι. Extras. Εφόσον αρκούμεθα στο ρόλο του κομπάρσου, η μοίρα του αναλώσιμου μας καλύπτει, τότε δεν έχουμε –όπως αλλού έχουμε γράψει– παρά να περιμένουμε τον υπερήρωα να μας σώσει. Ή έναν μεσσία. Η παρακμή όμως δεν πρόκειται να αναχαιτιστεί από «φωτισμένους ηγέτες», όπως αυτούς που φέρονται στο παρελθόν να αντιμετώπισαν με επιτυχία κρίσεις που, επειδή υπήρξαν όντως τέτοιες, τους παρείχαν τη δυνατότητα να υποχωρήσουν, υιοθετώντας ιδέες από το στρατόπεδο του αντιπάλου, επειδή τότε υπήρχαν αντίπαλοι –διαδικασία που ασφαλώς δεν υπονοούμε πως εκτυλίχθηκε «συνειδητά», κατόπιν υπολογισμού, το υπογραμμίζουμε προς αποφυγήν τυχών παρεξηγήσεων, άλλωστε, ήδη αποπειραθήκαμε να σκιαγραφήσουμε την πολυπλοκότητα του κοινωνικό-ιστορικού πεδίου. Αν ο καπιταλισμός προχώρησε έως τώρα μέσα από την καταστροφή και αν αυτοκαταστρέφεται ο ίδιος, συμπαρασύροντας στην καταστροφή την κοινωνία, το ζητούμενο είναι μια άλλου τύπου καταστροφή. Η καταστροφή των υπαρχόντων θεσμών της κοινωνίας από την ίδια την κοινωνία που οφείλει να επανακάμψει στο προσκήνιο. Τη θεσμίζουσα κοινωνία, την κοινωνία που αυτοαλλοιώνεται. Μια καταστροφή η οποία εξ ορισμού συνεπάγεται, συμβαδίζει με τη δημιουργία. Τη δημιουργία νέων θεσμών, την ανάδυση νέων μορφών κοινωνικής ζωής. Και σε αυτό το σκέλος έγκειται η δυσκολία, αφού οι υπάρχοντες θεσμοί είναι ούτως ή άλλως ετοιμόρροποι. Προσδοκούμε και εργαζόμαστε για ένα ξέσπασμα που δεν μπορεί να προβλεφθεί, όπως η παρισινή κομμούνα, ο Μάης του ΄68 δεν προβλέφθηκαν. Από πού θα προκύψει; Εκ του μηδενός. Απροσδόκητα, όπως απροσδόκητες υπήρξαν πάντα οι εναλλαγές της κοινωνίας από την αποχαύνωση στη δράση. Κάποια στιγμή μια νέα γενιά ανθρώπων θα απηυδήσει. Αν αυτό δεν γίνει, τότε δεν θα γίνει τίποτα. Η παρακολούθηση ταινιών καταστροφής, πάντως, δεν αρέσει σε όλους… ελπίζουμε σε μια κρίση. [1] Για μια αναλυτικότερη προσέγγιση της εν λόγω διαδικασίας και της αποτύπωσης της στην τρέχουσα «κρίση», ανατρέξατε εδώ σε πρόσφατη ανάλυση της πολιτικής ομάδας «Αυτονομία ή Βαρβαρότητα». [2] Για μια περεταίρω
19 Oct 2008, 15:45 | Η καύση των νεκρών
Στις μέρες μας ενώπιον μιας πολιτικής ομάδας τίθεται αναπόφευκτα το εξής ερώτημα: σε ποιους απευθυνόμαστε εν μέσω της παρούσης συγκυρίας, όπου καθίσταται πρόδηλη η αδιαφορία των περισσοτέρων για τα κοινά και η αποκλειστική τους μέριμνα για τις ιδιωτικές τους υποθέσεις; Με τι είδους ζητήματα καταπιανόμαστε, όταν η δημόσια σφαίρα διαρκώς συρρικνώνεται προς όφελος της, διαμορφούμενης από τα Μέσα, «επικαιρότητας», βάσει της οποίας ορίζονται τα ζητήματα που «απασχολούν τον κόσμο»; Εμείς συνηθίζουμε είτε να λαμβάνουμε ως αφορμή γεγονότα από την επικαιρότητα, επιχειρώντας να εξετάσουμε πτυχές τους που παραμένουν ανέγγιχτες από αυτήν την τελευταία, ως αφετηρία για να χαρτογραφήσουμε ένα ευρύτερο, πολυσύνθετο τοπίο, είτε επιλέγουμε να αγνοούμε την «ειδησεογραφία των ημερών» εντελώς. Και αυτό επειδή βρίσκουμε πως η κοινωνία παραμένει αμέτοχη στη δημιουργία των εν λόγω «ειδήσεων», αδράνεια που αφορά τόσο καθ’ εαυτή την κοινωνική κίνηση, το σε πιο βαθμό αυτή υφίσταται και σε ποιάν ένταση καταγράφεται από τα «ειδησεογραφικά δελτία», τα φύλλα των εφημερίδων, όσο και τη «διήγηση» των γεγονότων. Γεγονότα που σε εποχές αλλοτινές, διακρινόμενες από την «ελλιπή πληροφόρηση» θα διαδίδονταν από στόμα σε στόμα –όταν κάτι τέτοιο ήταν ακόμη εφικτό, τότε όπου ήταν δεδομένη η ύπαρξη της κοινότητας, αναγκαίας προϋπόθεσης για την εκτύλιξη μιας τέτοιας διαδικασίας και όπου τα μάτια δεν είχαν ακόμη ρόλο ηγεμονικό–, προκειμένου να «αλλοιωθούν» στην πορεία οι ακριβείς τους διαστάσεις, να προσλάβουν εκείνες του θρύλου, οι πρωταγωνιστές τους να μυθοποιηθούν. Μια τέτοια διαδικασία προϋποθέτει τη δημιουργικότητα. Ακόμη και η δημιουργία φημών απαιτεί μια κάποια εμπλοκή με τα πρόσωπα και γεγονότα, στα οποία αυτές αναφέρονται. Μια τέτοια εμπλοκή, συναισθηματική και «φαντασιακή», σήμερα δεν είναι δυνατό να υπάρξει. Σήμερα που οι φήμες διαχέονται από τους ρολίστες των τηλεοπτικών παραθύρων και τα δημοσιεύματα των παραπολιτικών στηλών.Σήμερα η «αλλοίωση» των γεγονότων είναι άλλης τάξεως, άλλης ποιότητας. Δεν σκοπεύουμε να ισχυριστούμε ότι οφείλεται στις μεθοδεύσεις όσων κινούν τα νήματα των μηντιακών κολοσσών. Κάτι τέτοιο θα ήταν υποτίμηση της πολυπλοκότητας του ζητήματος. Αλλά θα συνιστούσε και υπερτίμηση του ρόλου εκείνων που, επιβεβαιώνοντας την προαναφερθείσα περιπλοκότητα του ζητήματος που θίγουμε, βρίσκονται παγιδευμένοι ανάμεσα στα ίδια αυτά νήματα που φιλοδοξούν να κινήσουν. Όμως ο μόνος τρόπος, τελικά, με τον οποίο τα θέτουν σε κίνηση, ακόμα και αν τρέφουν την αυταπάτη ότι δύνανται να διατηρήσουν τον απόλυτο έλεγχο των πραγμάτων, να υπαγορεύσουν το ρυθμό της κοινωνικής κίνησης, δεν είναι παρά διαμέσου των σπασμωδικών και συνάμα μάταιων δικών τους κινήσεων, καθώς ταλαντεύονται στον ιστό της αράχνης, η οποία άλλωστε δεν μπορεί να αντισταθεί σε ένα γεύμα μετά τη συνουσία. Γεύμα που ως κύριο πιάτο, ως γνωστόν, έχει το «σύζυγο», τον έχοντα μόλις ολοκληρώσει τα γονιμοποιητικά του καθήκοντα. Έτσι υπενθυμίζουμε για τους ξεχασιάρηδες πως η διαπαιδαγώγηση από πλευράς του θεάματος δεν εξαιρεί κανέναν –στην προκειμένη περίπτωση η παιδεία είναι δωρεάν για όλους– πόσω μάλλον εκείνους που το υπηρετούν από θέσεις καίριες, «νευραλγικές», θέσεις - κλειδιά, όντως, που ανοίγουν τις κερκόπορτες του ολέθρου – συγχωρέστε μας, φίλτατοι αναγνώστες για το πομπώδες ύφος, αλλά κι εμείς είμαστε τέκνα της κοινωνίας του θεάματος…Το ξεκλείδωμα της «έβδομης σφραγίδας», λοιπόν, συνίσταται, όχι στα ψεματάκια που εσκεμμένα διαδίδονται από τα δελτία ειδήσεων προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων της κυρίαρχης τάξης, αλλά στην κατάλυση της χρονικότητας, την εισαγωγή της αίσθησης ότι τα προβαλλόμενα επί της οθόνης διεξάγονται σε ένα παράλληλο αχρονικό σύμπαν. Χαρακτηριστικά, εάν σας συμβεί η τρομερή ατυχία για όποιο λόγο να μην κατορθώσετε να παρακολουθήσετε δελτία ειδήσεων για 2 ή 3 μέρες, όταν επανέλθετε η συνδρομή σας θα έχει λήξει, θα έχετε πλέον απολέσει την επαφή σας με τον κόσμο. Αν για παράδειγμα μεταξύ 2 και 5 Οκτωβρίου δεν είχατε ανοίξει την τηλεόραση σας θα ψαχνόσασταν ύστερα να μάθετε ποιος είναι ο κος Δαϊλάκης. Ποιός είναι αυτός, ρωτάτε; Ε… ωχ! Δεν πολυθυμόμαστε τώρα… Τέλος πάντων. Αυτό ήταν ένα απλό, ίσως όχι εξαιρετικά επιτυχές παράδειγμα, μέσω του οποίου επιχειρούμε να καταδείξουμε τις επιπτώσεις της τάχιστης εναλλαγής των ειδήσεων με χρονικό ορίζοντα ολίγων ημερών. Όταν το σώμα της κοινωνίας παρακολουθεί, βρισκόμενο εν υπνώσει σχεδόν, ειδήσεις που αφειδώς, με ασύλληπτη αμετροέπεια διαφημίζονται ως συνταρακτικές, πρωτοφανείς, πρόσωπα και πράγματα ξάφνου αναφαίνονται στο προσκήνιο μόνο για να εξαφανιστούν εξίσου έξαφνα και κανείς να μη μιλά πλέον γι΄ αυτά, τότε έχει μεταμορφωθεί στο «σώμα των τηλεθεατών». Η στοιχειώδης διάκριση ανάμεσα σε αυτό που είναι σημαντικό και σε αυτό που είναι ασήμαντο έχει καταπέσει, όταν διαφορετικά πρόσωπα, διαφορετικά γεγονότα έρχονται στη θέση των προηγούμενων, για να ισοπεδωθούν όλα μαζί εν μέσω της ασημαντότητας. Ο συνακόλουθος κατακερματισμός της μνήμης θα φορεθεί πολύ αυτή τη σαιζόν του θρυμματισμού της κοινωνίας. Οι ενότητες με τα ρεπορτάζ μόδας στα δελτία ειδήσεων το υποδηλώνουν.Ενδεικτικό της ιλαροτραγικής αυτής κατάστασης, της διακρινόμενης από τη συλλογική απώλεια μνήμης, που δεν ενθυμούμεθα καλώς, αλλά νομίζουμε πως παραπάνω περιγράψαμε, είναι το διασκεδαστικό παράδειγμα των «χρονικών» που προβάλλονται κατά τη ροή –στο νου έρχεται η διάρροια– των δελτίων ειδήσεων, των αφορούντων «πολύκροτες» υποθέσεις. Υποθέσεις οι οποίες, παρότι είναι τέτοιες –δηλαδή πολύκροτες–, χρήζουν υπενθύμισης προς το κοινό. Τα συγκεκριμένα «χρονικά» έχουν τη χροιά των τρέιλερς που προβάλλονται προ της ενάρξεως κάθε επεισοδίου των καθημερινών σαπουνόπερων, υπενθυμίζοντας μας τι συνέβη στο προηγούμενο. Κάλλιστα δε θα μπορούσαν να υιοθετηθούν από τα δελτία ειδήσεων και εκείνα τα άλλα που στο τέλος κάθε επεισοδίου διαλαλούν τα όσα συνταρακτικά μέλει να επακολουθήσουν, ευελπιστώντας να διατηρήσουν αμείωτη την αγωνία των τηλεθεατών. Και στην προκειμένη περίπτωση, άλλωστε, η συνέχεια εγγυημένα θα είναι εξίσου προβλέψιμη, αφού ο ευτελισμός των θεμάτων και ο καταιγιστικός ρυθμός εναλλαγής τους διασφαλίζουν παραδόξως (;) ένα πράγμα: ότι η εντύπωση εκείνη που θα αναδυθεί εν τέλει θα είναι πως η στασιμότητα επικρατεί. Το μήνυμα είναι, πάντως, εύληπτο: «δεν χρειάζεται να κουράζεσθε. Ό, τι χρειάζεται να θυμάστε, εμείς θα σας το θυμίζουμε». Λοιπόν, όπως θα είναι γνωστό, ιδίως σε όσους τυχαίνει να έχουν στο περιβάλλον τους δύστυχους γέροντες που υποφέρουν από Αλτσχάιμερ –και όπως άλλωστε πρέπει να είναι ευνόητο– η απώλεια τη μνήμης συνεπάγεται την απώλεια της εαυτότητας, της αυτοσυνειδησίας. Το ίδιο συμβαίνει και στο επίπεδο της κοινωνίας. Εμείς ποτέ δεν είπαμε, τουναντίον, ότι δεν ζούμε σε έναν κόσμο γερασμένο. Ερμηνεύεται έτσι η ανοχή που επιφυλάσσεται απέναντι στον εμπαιγμό, το χλευασμό, τον εξευτελισμό που συχνά οι ειδήσεις επιφυλάσσουν στην κοινωνία. Αυτά φαντάζουν να απευθύνονται σε κάποιον άλλο. Η κοινωνία δεν αναγνωρίζει πλέον το είδωλο της. Tο διαστρεβλωμένο της είδωλο που προβάλλεται στον παραμορφωτικό καθρέπτη του θεάματος, για το οποίο άλλοτε θα λέγαμε πως ασκούσε μια απαράμιλλη γοητεία στην κοινωνία, η οποία το κοίταζε, άλλοτε βαυκαλιζόμενη, άλλες φορές τρομάζοντας. Τα παιδιά αρχίζουν να αναγνωρίζουν το είδωλο τους περί την ηλικία των 3 ετών. Ποιος είπε ότι ο –διάχυτος στην κοινωνία μας– παλιμπαιδισμός δεν συνάδει με τη γήρανση;Όμως πως κανείς να συνδεθεί, να εμπλακεί συναισθηματικά, όπως είπαμε, να αναγνωρίσει τον εαυτό του σε όλο αυτό; Να ταυτιστεί με τις καρικατούρες των σήριαλ; Τους ανεπαρκώς δομημένους χαρακτήρες τους οποίους οι ανάγκες των χορηγών μορφοποιούν, όπως το πενάκι του γελοιογράφου τα έργα του, όπου μεμονωμένα χαρακτηριστικά ενός προσώπου υπερτονίζονται; Προξενεί τρόμο η ιδέα ότι ορισμένοι άνθρωποι πιθανόν να ταυτίζονται με τους εν λόγω χαρακτήρες, σύνδεση που όμως υφίσταται ως ένα βαθμό, αρκεί κανείς για να το διαπιστώσει να αναλογιστεί τα σλόγκανς, τα «catchphrases» που από τον κόσμο των σήριαλ περνούν στον πραγματικό, καθιστώντας τα μεταξύ τους όρια πλέον δυσδιάκριτα, επαναλαμβανόμενα μονότονα σε διαλόγους πραγματικών ανθρώπων που πασχίζουν να γίνουν καρικατούρες. Όπως αυτές που η επικαιρότητα προσπαθεί να τους κάνει με ή παρά τη θέληση τους, σε γνώση τους ή όχι. Τα παραδείγματα από τη σχετική «τυπολογία» των δελτίων ειδήσεων πάμπολλα. Ο συνταξιούχος που του ήρθε υπέρογκος λογαριασμός της ΔΕΗ, η «τραγική μάνα», η «γενιά των 700 ευρώ». Όλοι αυτοί είναι για την επικαιρότητα αυτό και μόνον αυτό που ο ρόλος τους ορίζει. Και τίποτε άλλο. Αυτά τα σημερινά παιδιά οφείλουν να αρκεστούν σε ετούτα τα παραμύθια. Κατά τι υποδεέστερα από του αλλοτινούς μύθους χάρη στους οποίους οι κοινωνίες συγκροτούσαν ένα «εμείς», μια ταυτότητα, την οποία οι σημερινές στερούνται. Τη συνοχή διαδέχεται η αποσάθρωση και οι σημερινοί «μύθοι» –που δεν είναι τέτοιοι, αλλά απλά ψεύδη– συμβάλλουν σε αυτό τα μέγιστα. Σε μια κοινωνία όπου κάνει σημαία της την «αντικειμενική πληροφόρηση», αποδίδει στον εαυτό της ως ιδιότητες κενούς νεολογισμούς όπως «κοινωνία της πληροφορίας», έχουν τα ψεύδη διευρυμένες δυνατότητες για τη διάδοση τους και, όχι, αυτό δεν συνιστά οξύμωρο, δεν αποτελεί αντίφαση. Αυτή η κοινωνία μπορεί να κοιτάει αφ’ υψηλού, με αλαζονεία τις προγενέστερες που μετέδιδαν με «πρωτόγονα» μέσα τις πληροφορίες, αντιλαμβανόμενη μια διαδικασία συχνά δημιουργική, αυτή του «εμπλουτισμού» των απλών πληροφοριών ως φθορά και «υπανάπτυξη». Πολλές από τις κοινωνίες αυτές μπορεί να μην είχαν επίγνωση της ιστορικότητας τους – συναίσθηση του γεγονότος ότι αυτοαλλοιώνονταν, αυτομετασχηματίζονταν, ακόμη και στις περιπτώσεις εκείνες όπου επεδίωκαν το αντίθετο. Πάντοτε όμως είχαν μύθους. Σήμερα τείνουμε να μην έχουμε τίποτα από τα δύο. Οι «πρωτόγονοι» μετέδιδαν τα μηνύματα με σήματα καπνού. Οι σημερινές κοινωνίες, από την άλλη, μην έχοντας τίποτα άξιο λόγου να μεταδώσουν, εγείρουν ερωτηματικά αναφορικά με τη φύση και τη «φορά» του δικού τους αυτομετασχηματισμού, φαντάζοντας απλά να εκπέμπουν ένα απεγνωσμένο σήμα κινδύνου, να πέφτουν οι ίδιες στην πυρά, εξαϋλωνόμενες στο παραπέτασμα καπνού της «κοινής γνώμης».
14 Sep 2008, 13:39 | Το μνήμα της μνήμης
Ανακοίνωση για την υπόθεση του μνημείου της Ιταλικής μεραρχίας AquiΤην περασμένη Δευτέρα 8 Σεπτεμβρίου πραγματοποιήθηκε στον «κήπο του λαού», η τελετή των αποκαλυπτηρίων του μνημείου ελληνοϊταλικής φιλίας εις μνήμην των πεσόντων της ιταλικής στρατιωτικής μεραρχίας Aqui, η οποία έδρευε στην Κέρκυρα κατά το ΄Β παγκόσμιο πόλεμο. Η τοποθέτηση του μνημείου προξένησε αντιδράσεις, προερχόμενες από τον «πολιτικό κόσμο» του νησιού, ο… οποίος κόσμος επέλεξε στην πλειοψηφία του να μην παραστεί στην εκδήλωση, ενώ στο προηγηθέν διάστημα, προεξαρχόντων όλων ανεξαιρέτως των τοπικών βουλευτών, είχε επιδοθεί σε έναν άτυπο συναγωνισμό μεγαλόστομων δηλώσεων, οι οποίες λάμβαναν συχνά χαρακτήρα παραληρηματικό. Ιδού ένα μικρό, αλλά χαρακτηριστικό απάνθισμα των προαναφερθεισών δηλώσεων: δεν θα μπορούσαμε ασφαλώς παρά να ξεκινήσουμε με το βουλευτή του ΚΚΕ κ. Μπάμπη Χαραλάμπους, ο οποίος ως γνωστών λόγω ιδεολογίας επιδεικνύει ιδιαίτερο ζήλο στα ζητήματα «πατριωτισμού». Διακρίθηκε επομένως και στην προκειμένη περίπτωση χάρη στην πανθομολογούμενη εφευρετικότητα που τον διέπει και την παραστατικότητα του λόγου του. Σε ένα ουρολαγνικό ντελίριο απεφάνθη πως αυτοί που στήνουν το μνημείο «προσκυνάνε τον κατακτητή» για να τους καταλογίσει εν συνεχεία ότι «φιλάνε κατουρημένες ποδιές». Έπεται ο κυβερνητικός βουλευτής κ. Νίκος Δένδιας, δια στόματος του οποίου μάθαμε πως όσοι συνηγορούν στην τοποθέτηση του μνημείου είναι απερίσκεπτοι που «ξύνουν πληγές του παρελθόντος». Τις ξύνουν ασφαλώς τις πληγές εκείνοι και όχι αυτός, μιας και είναι κατά πως φαίνεται επιβεβλημένη η εν λόγω αντιμετώπιση από μέρους του. Όχι, δεν έχει αυτός περιθώρια επιλογής. Δεν μπορεί παρά να κατακεραυνώσει με τη σειρά του τους κατακτητές. Μας καθησύχασε, λοιπόν, διαβεβαιώνοντας μας πως παρενέβη στον υπουργό εθνικής άμυνας Μειμαράκη, προκειμένου να μην παραστεί στην εκδήλωση αντιπροσωπεία των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων. Πήραν τα στρατιωτάκια τους και πήγαν να παίξουν αλλού. Τέλος το χάλκινο μετάλλιο επάξια κερδίζει ο κ. Χρυσόστομός Μπούκας, γραμματέας της νομαρχιακής επιτροπής του ΠΑΣΟΚ, ο οποίος συνέτεινε επί της ουσίας με τον ισχυρισμό του προαναφερθέντος πολιτικού ανδρός περί «ξυπνήματος παλαιών παθών», επισείοντας τον κίνδυνο της βεβήλωσης του μνημείου από κάποιο «θερμοκέφαλο». Πολύ σωστός, λογικότατος συλλογισμός! Επειδή μπορεί να βρεθούν ένας ή πέντε φασίστες δεν θα πρέπει να στηθεί το μνημείο. Μας εκπλήσσει η προθυμία των πολιτευτών μας να υποταχθούν στην τρομοκρατία μιας τόσο μικρής μειοψηφίας, ειδικά όταν σε πλείστες όσες περιπτώσεις διατρανώνουν τη βούληση τους να αντιταχθούν στις «οργανωμένες μειοψηφίες». Η «πολιτική ζωή» του τόπου είναι γεμάτη αξιοπερίεργα και όλο μας αφήνει με την απορία. Διερωτώμεθα αφελώς για παράδειγμα: γιατί δεν έχουν όλοι αυτοί διαμαρτυρηθεί και για κανένα άλλο μνημείο ανάμεσα στα τόσα που κακώς «κοσμούν» τις πλατείες της πόλης; Για παράδειγμα να ζητήσουν να αφαιρεθεί η προτομή του Ιάκωβου Πολυλά από την πλατεία δημαρχείου, όπου δεσπόζει. Αυτή κι αν ξύνει πληγές. Πρόκειται για τον άνθρωπό που πρωτοστάτησε στο διωγμό του Εβραϊκού στοιχείου της πόλης μας το 1891, παροτρύνοντας με την πύρινη αρθρογραφία του στον τύπο της εποχής το όχλο να προβεί σε βιαιοπραγίες και λεηλασίες εναντίον της εβραϊκής κοινότητας. Οι προτροπές του ρατσιστή αντισημίτη έπιασαν τόπο. Τα χρόνια που ακολούθησαν το πογκρόμ, 3.000 από τους συνολικά πέντε χιλιάδες Εβραίους της πόλεως – το 1/5 του συνολικού πληθυσμού της – αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τον τόπο τους. Αλλά αυτοί δεν ήταν ελληνορθόδοξοι…Το καθεστώς του Μεταξά δεν ήταν και πολύ καλύτερο από το ιταλικό καθεστώς. Δεν σημαίνει όμως ότι όλοι οι κάτοικοι αυτής της χώρας ήταν υποστηρικτές του. Με την ανοχή ή και παρότρυνση των τοπικών αρχών πολλοί κερκυραίοι λεηλάτησαν τα σπίτια των εβραίων, όταν οι τελευταίοι οδηγήθηκαν από τα στρατεύματα του Χίτλερ στα στρατόπεδα συγκέντρωσης – αυτές τις πτυχές του «κερκυραϊκού πολιτισμού» όλοι τις «ξεχνουν», παρεμπιπτόντως. Δεν σημαίνει πως όλοι οι Κερκυραίοι ήταν καθάρματα. Λοιπόν δεν ήταν όλοι οι Ιταλοί την εποχή του Μουσολίνι φασίστες. Βρέθηκαν εδώ στην πλειονότητα τους παρά τη θέληση τους, απλοί φαντάροι και ορισμένοι εξ αυτών δεν γύρισαν ποτέ. Η απόδοση συλλογικής ευθύνης υπήρξε ίδιον των ολοκληρωτικών καθεστώτων, το υπενθυμίζουμε για τους όψιμους μα ένθερμους «αντιφασίστες». Όσο για μας έχουμε αυτό το βίτσιο: βρίσκουμε πως οι ζωή ενός Ιταλού δεν αξίζει λιγότερο από αυτήν ενός Έλληνα. Είναι τόσο θλιβερό να πολεμά κανείς για τα «πάτρια εδάφη» – και να γίνεται τροφή για τα εδάφη αυτά που λιπαίνονται με αίμα. Ο Άγις Στίνας (Σπύρος Πρίφτης) περιγράφει στις «Αναμνήσεις» του περιστατικά κατά τα οποία Ιταλοί και Γερμανοί στρατιώτες παραδόθηκαν οικειοθελώς στις δυνάμεις του ΕΛΑΣ, ανεμίζοντας λευκές σημαίες, ενίοτε τραγουδώντας τη Διεθνή, κάποιες φορές εκφράζοντας την πρόθεση να πολεμήσουν στις τάξεις του. Η συνήθης τύχη τους; Αφέθηκαν να πεθάνουν από την πείνα και τις αρρώστιες, εκτελέστηκαν, πυροβολήθηκαν πισώπλατα για να τους πάρουν στη συνέχεια τα άρβυλα. Ιδού το «μεγαλείο» της τιμημένης εθνικής αντίστασης, του σωβινισμού. Ποιος Κερκυραίος σήμερα θυμάται τον συντοπίτη μας Στίνα; Τον επαναστατικό ντεφαιτισμό, το Διεθνισμό, την παγκόσμια προλεταριακή επανάσταση; Κανείς ή ελάχιστοι, αφού, βλέπετε, ο Στίνας με τους συναγωνιστές του έγραφαν προκηρύξεις στα γερμανικά, όπου καλούσαν του φαντάρους να συναδελφωθούν με το πλήθος, δεν έβαψαν τα χέρια τους με αίμα. Και η εθνική ιστορία το απαιτεί το αίμα, γιατί με αυτό γράφεται. Το γελοίο, το οξύμωρο στην όλη υπόθεση, λοιπόν, έγκειται, –για λόγους που εκτενέστερα, για όποιον ενδιαφέρεται, αναλύονται στο παλαιότερο κείμενο μας «η λήθη ενίοτε γίνεται μνημειώδης»– στο ότι μιλάμε για μνημεία. Υπό αυτό το πρίσμα η παράταιρη δήλωση του δημάρχου – αν και ενδέχεται να πρόκειται για ένα από τα συνήθη σαρδάμ του κου Μικάλεφ, ο οποίος δεν φημίζεται για τη ρητορική του δεινότητα – επαληθεύεται. Να η βαρυσήμαντη δήλωση που απομόνωσαν τα Μέσα: «το μνημείο συμβάλλει στη λήθη μιας περιόδου καταστροφικής για την πόλη και το λαό μας». Επαληθεύεται είπαμε και στο νου έρχεται η πλατωνική σημασιοδότηση της αλήθειας. Α-λήθεια, μη-λήθη. Όντως λοιπόν. Επικρατεί η λήθη. Κάτι είχαμε καταλάβει… Όσα περισσότερα τα μνημεία που στήνει μια κοινωνία με συλλογική αμνησία, τόσο πυκνότερο υφαίνεται το πέπλο της λήθης. Μνημεία ταφικά. Επιτύμβιες πλάκες εις ανάμνησιν της μνήμης… Έτσι αποτελεί τραγέλαφο το να επικαλούνται οι πολιτευτές την «ιστορική μνήμη», εξυπηρετώντας μικροπολιτικές σκοπιμότητες, είτε πρόκειται για την άσκηση των πάσης φύσεως «αντιπολιτευτικών τους καθηκόντων», είτε για την απόπειρα να συσπειρώσουν τον σκληρό πυρήνα του κομματικού τους ακροατηρίου που είναι σε κάθε περίπτωση ιδιαίτερα ευσυγκίνητος, όταν πρόκειται για «εθνικά ζητήματα» – βλέπετε όλα τα κοινοβουλευτικά κόμματα είναι «πατριωτικά», δηλαδή εθνικιστικά. Αλλά δεν μπορεί να γίνεται λόγος για ιστορική μνήμη, όταν στο όλο πακέτο συμπεριλαμβάνονται δράκοι και λοιποί μπαμπούλες. Μιλάμε στην περίπτωση αυτή για παραμύθια. Ευχόμαστε λοιπόν στα μαγεμένα βασιλόπουλα και τις βασιλοπούλες – τους πολιτικούς άνδρες και γυναίκες του τόπου μας – να λυθούν τα μάγια γρήγορα και από βάτραχοι να γίνουν όλοι πρίγκιπες και πριγκίπισσες. Και έτσι θα απαλλαχθούν και από το άγχος της κάλπης…
8 Sep 2008, 13:50 | Το απογυμνωμένο γεύμα
*Τροφή για σκέψη*Το φαγητό υπήρξε για όλες τις κοινωνίες μια ιεροτελεστία. Η ποικιλία των όσων έχουν κριθεί κατάλληλα προς βρώσιν στο πέρασμα των αιώνων, ή των όσων σήμερα τρώγονται στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, υποδηλώνει πως η τροφή, μακράν του να είναι απλά και μόνο μια ανάγκη βιολογική, συνιστά μιαν ανάγκη κοινωνικά θεσμισμένη, που, όπως με όλες τις κοινωνικές ανάγκες συμβαίνει, προϋποτίθεται να υποστεί μια πολιτισμική επεξεργασία, μια φαντασιακή επένδυση, προκειμένου να καταστεί τέτοια. Σε αυτό συνηγορεί πληθώρα παραδειγμάτων από τον τοτεμισμό, τις «πρωτόγονες» φυλές που πιστεύουν πως έλκουν την καταγωγή τους από ένα ιερό ζώο, το οποίο απαγορεύεται να σκοτώσουν με μόνη εξαίρεση μια φορά το χρόνο, οπότε και το τρώνε, όπως επιτάσσει το αυστηρό τελετουργικό, ως το οικογενειακό τραπέζι, την επίκληση του θεού από τον οποίο ζητείται να ευλογήσει τη βρώση και την πόση. Το νέκταρ και η αμβροσία. Οι σπονδές, οι τελετουργικές θυσίες. Οι διονυσιακές γιορτές με την έκσταση που τις συνόδευε. Η επιταγή η απαράβατη για έναν ορθόδοξο Εβραίο να μην μοιράζεται το γεύμα του με έναν αλλόθρησκο. Το χοιρινό κρέας για τους Εβραίους πάλι ή τους Μουσουλμάνους. Οι ιερές αγελάδες των Ινδών. Η απέχθεια που προξενεί στον δυτικό το διαιτολόγιο των Κινέζων. Όλα καταμαρτυρούν πως ποτέ οι άνθρωποι δεν έτρωγαν, αποσκοπώντας μονάχα στο να γεμίσουν το στομάχι τους.Όσα προαναφέρθηκαν αντιμετωπίζονται από την υφιστάμενη κοινωνική θέσμιση ως κατασκευάσματα της «παιδικής ηλικίας της ανθρωπότητας», ως δεισιδαιμονίες. Και ο χλευασμός που τους επιφυλάσσεται προδίδει την αλαζονεία, η οποία διέπει μιαν εποχή που –εφόσον θα έπρεπε να υιοθετήσουμε την προσέγγιση περί «περιόδων ανάπτυξης» της ανθρωπότητας, αντίστοιχων με τα ηλικιακά στάδια από τα οποία διέρχεται ένας άνθρωπος– μοιάζει να πρεσβεύει τη γεροντική ηλικία της ανθρωπότητας, να έπεται της απευθείας μετάβασης σε αυτήν με ένα άλμα και μόνο. Αρτηριοσκληρωτική όντας, αδυνατεί να συλλάβει πως η δική της δεισιδαιμονία έχει πολύ πιο δυσμενείς –ολέθριες θα έλεγε κανείς– συνέπειες. Πρόκειται βέβαια για την «ορθολογικότητα» του καπιταλισμού. Μια ψευδο-ορθολογικότητα, μια ορθολογικότητα εργαλειακή που αφορά στην επιλογή των μέσων, των οποίων οφείλει κανείς να μετέλθει για την επίτευξη ενός σκοπού. Όμως αυτός ο (αυτό)σκοπός, η οικονομική αύξηση, διαφεύγει οποιουδήποτε ορθολογικού ή άλλου ελέγχου. Και ως συνέπεια όλων αυτών ο άνθρωπος ταυτίζεται με μια μηχανή, επιφορτισμένη με το καθήκον να φέρει εις πέρας την δίχως τέλος –δίχως πέρας, δίχως σκοπό– ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Για ποιόν όμως αυτή η ανάπτυξη; Και γιατί; Έχουμε ενώπιον μας μια κατάσταση, η οποία προσομοιάζει στη βουλιμία. Τη διατροφική διαταραχή που συνίσταται στο να τρώει κανείς με λαιμαργία, να καταβροχθίζει χωρίς σταματημό μόνο και μόνο για να ξεράσει εν συνεχεία.Επομένως, υπό αυτό το πρίσμα, βάσει των προαναφερθέντων φαντάζει λιγότερο παράδοξο, παρέχεται μια κάποια εξήγηση στο γιατί κυκλοφόρησε προσφάτως στην αγορά λάδι φυτικό σε πρόσμιξη με ορυκτέλαιο, μιας και, προφανώς, με την κατανάλωση του θα επιτυγχάνεται η πλέον εύρυθμη λειτουργία της μηχανής, της οποίας τα γρανάζια έχουν, όπως είναι ευνόητο, ανάγκη από τακτικό λάδωμα. Αυτό επιτάσσει η αποδοτικότητα. Όπως επιτάσσει ταχύτητα. Φρενήρεις ρυθμούς εν μέσω των οποίων πασχίζεται να χωρέσει και η πρόσληψη τροφής, της απαραίτητης καύσιμης ύλης. Τροφές εμπλουτισμένες με όλα τα απαραίτητα θρεπτικά συστατικά. Βιταμίνες και ιχνοστοιχεία. Γιαούρτια - πολέμιοι της δυσκοιλιότητας για ικανοποιημένους, παραγωγικούς εργαζόμενους. Παιδικά γιαούρτια και φρουτόκρεμες με «ειδικά μελετημένη σύνθεση», ούτως ώστε να εξοικειωνόμαστε παιδιόθεν με τα νέα διατροφικά ήθη. Με τη δίαιτα του αστροναύτη η οποία εκτός του ότι απαρτίζεται από τροφή που προσλαμβάνεται σε σκόνη, προοριζόμενη για μια κοινωνία κονιορτοποιημένη –μια κοινωνία σε σκόνη– είναι συμβεβλημένη με τις κανιβαλικές διατροφικές συνήθειες του καπιταλισμού – εντάξει, δεν κυριολεκτούμε, αναφερόμαστε στις γνωστές θυμοσοφίες του τύπου «το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό» κλπ, κλπ. Οφείλει κανείς όμως να αναγνωρίσει την αδηφαγία του καπιταλισμού. Την ακόρεστη πείνα του για κυριάρχηση επάνω στη φύση και τον άνθρωπο.Αυτή η λειτουργιστική προσέγγιση που προηγούμενα περιγράφηκε έχει ως παρεπόμενο τη φτώχεια. Δεν πρόκειται για φτώχεια υλική. Όπως έχουμε πει αλλού –και όπως καταμαρτυρείται από το φαινόμενο της αυξανόμενης παχυσαρκίας που μαστίζει τις τάξεις της εργατικής τάξης– το πρόβλημα των σημερινών δυτικών κοινωνιών δεν είναι η απαθλίωση του προλεταριάτου. Ο καπιταλισμός καλύπτει τις ανάγκες στη «εφεύρεση» των οποίων βασίζεται, εξαρτάται δηλαδή από το φαντασιακό –οι ανάγκες της εκάστοτε κοινωνίας, όπως ήδη είπαμε, τίθενται από την ίδια–, το επισημαίνουμε για όσους ακόμη αρνούνται να αντικρύσουν τα συντρίμμια της «ορθολογικότητας» του. Είναι όμως αυτό ένα φαντασιακό αποστεωμένο, δίχως δική του υπόσταση. Μιλάμε, λοιπόν, για μια ένδεια φαντασιακή, η οποία διέπει μια κοινωνία πάσχουσα από μια ψύχωση που την ωθεί να ανακαλύψει την «πραγματική» φύση των πραγμάτων. Την «πραγματική» τους λειτουργία, πέρα από τα «επιφαινόμενα», από το «εποικοδόμημα». Και έχει πλέον φτάσει στο σημείο να αποκαλύψει τα οστά της «πραγματικότητας». Ξεχνώντας δε ότι η κάθε κοινωνία δημιουργεί εν πολλοίς τη δική της πραγματικότητα, η δική μας είναι ιδιαιτέρως απορροφημένη σε ετούτη τη δραστηριότητα, η οποία στο νου φέρνει τα μεγάλα πνεύματα της Αναγέννησης, το Λεονάρντο Ντα Βίντσι που προμηθευόταν λαθραία πτώματα καταδίκων, προκειμένου να προβεί σε νεκροτομή, ούτως ώστε να μελετήσει την ανθρώπινη ανατομία. Ενάντια στο σκοταδισμό της εκκλησίας ο Ορθός Λόγος όφειλε να θριαμβεύσει. Μόνον που σήμερα η ψευδοορθολογικότητα, έχοντας η ίδια εδραιωθεί ως θρησκεία των καιρών μας, διεξάγει τη δική της ιατροδικαστική εξέταση επάνω στο πτώμα, στο άμοιρο κουφάρι της κοινωνίας… Τα σαπροβόρα έχουν τρομερή όρεξη…Ήταν κάποτε καλοκαιρινά μεσημέρια ή απογεύματα ή βράδια εν μέσω της ραστώνης, υπό τη συνοδεία των γεύσεων φρούτων εποχής. Καρπούζια, πεπόνια, ροδάκινα –ξέρουμε, άραγε, σήμερα ποια είναι τα φρούτα εποχής;– και ύστερα, καθώς το θέρος πλησίαζε στο τέλος του, τα σταφύλια, τα πρώτα σύκα που προανήγγελλαν την έλευση του Φθινοπώρου. Όπως αυτές τις μέρες. Μόνο που τις μέρες αυτές αν επιχειρήσει κανείς αδαής να αναβιώσει τέτοιες στιγμές, περασμένες ανεπιστρεπτί, θα μείνει με μια πικρή γεύση στο στόμα. Δεν θα ‘ναι από τα φρούτα. Αυτά πλέον δεν έχουν γεύση. Θα είναι η απογοήτευση εκείνη που θα έχει δοκιμάσει. Περσυνά ξινά σταφύλια… Οι γεύσεις των παιδικών μας χρόνων. Εξορισμένα αυτά τα τελευταία, πλάι στην «παιδική ηλικία της ανθρωπότητας». Όσοι είναι σήμερα παιδιά, στο μέλλον θα ανακαλούν ως τέτοιες γεύσεις τα χάμπουργκερς και τα τυρογαριδάκια – καημένα παιδιά! Φαίνεται πως πια στις φλέβες του σύγχρονου ανθρώπου κυλάει νερό – δύσμοιρα κουνούπια! Όπως αυτό που έχουν μέσα τους πια τα ροδάκινα. Δαγκώνεις και χύνεται στο πάτωμα. Κι όμως είναι οι άνθρωποι του καιρού μας, θα έλεγε κανείς, συναισθηματικά, ψυχικά αποξηραμένοι. Ο Φρόυντ, μιας και μιλάμε για ψυχή, περιέγραψε τη libido, παραλληλίζοντας τη με το αίσθημα της πείνας. Η libido formandi είναι η επιθυμία για διαμόρφωση, το δημιουργικό πάθος που χαρακτηρίζει το ανθρώπινο ον – ή που το χαρακτήριζε άλλοτε. Σήμερα οι άνθρωποι πάσχουν, θα τολμούσαμε να πούμε, από δημιουργική ανορεξία. Απρόθυμοι, ανόρεκτοι και ίσως πλέον ανήμποροι να δημιουργήσουν, ακόμη και αν πρόκειται για μια δραστηριότητα, όπως το… μαγείρεμα, αρκούνται στο χυλό που μαγειρεύεται με τα υπολείμματα που έχουν περισσέψει από το φαγητό της προηγούμενης μέρας. Με ότι άλλοτε αποτελούσε βίωμα της κοινωνίας, ενώ σήμερα υποβιβάζεται σε «εξευγενισμένη» εικόνα. Συνηθισμένοι, εξοικειωμένοι με την απουσία νοήματος, αρκούνται επί παραδείγματι στις υποσχέσεις της διαφήμισης, της βιομηχανίας υγιεινής διατροφής, για «παραδοσιακές, αυθεντικές γεύσεις», υποσχέσεις καταδικασμένες να παραμένουν ανεκπλήρωτες, που έρχονται να υπενθυμίσουν ότι ζούμε σε έναν κόσμο, ο οποίος εκτός από α-νόητος είναι, κατά πως φαίνεται, και άγευστος. Καμία έκπληξη. m
25 Jul 2008, 07:10 | Ο φτωχός λαός
2 Jul 2008, 14:16 | Το λιμάνι της ανίας
Το λιμάνι της ανίαςΤο ταξίδι ανέκαθεν συνέβαλε στο μπόλιασμα πολιτισμών. Όποιος και να ήταν αυτός, πάντοτε υπήρχε ένας λόγος για τη μετακίνηση και ακόμη και όταν αυτός ήταν το εμπόριο, η τελικώς διενεργούμενη δοσοληψία ποτέ δεν ήταν αμιγώς οικονομική, καθώς πάντοτε το φορτίο του πλοίου περιελάμβανε επίσης άγνωστα στον τόπο προορισμού ήθη, κουλτούρα, ιδέες. Η πρόσμιξη τους με τα αντίστοιχα ντόπια όταν το πλοίο έδενε σε νέα λιμάνια, απέρρεε στην ανάδυση δημιουργιών ολοκληρωτικά νέων, μη αναγώγιμων στα στοιχεία εκ των οποίων συνετέθησαν, μη αποτελούντων απλό άθροισμα αυτών των τελευταίων. Αυτός ο καρπός της ευτυχούς συγκυρίας, το απροσδόκητο ευτύχημα υπήρξε σύμφυτο με την αλλοτινή φύση του ταξιδιού, τότε όπου το γεγονός ότι η πορεία ήταν συνήθως αποφασισμένη εκ των προτέρων, χαραγμένη επάνω σε ναυτικούς χάρτες, δεν απέκλειε μια ενδεχόμενη παρέκκλιση από αυτήν. Ο αστρολάβος θα μπορούσε να λαθέψει. Έτσι, ο προσανατολισμός ο βασιζόμενος στην τροχιά των ουράνιων σωμάτων, θα μπορούσε κάλλιστα να καταστήσει τους ίδιους τους ταξιδιώτες πλάνητες. Ούτε βέβαια ήταν ο σχεδιασμός του ταξιδιού ικανός να ξορκίσει το ενδεχόμενο να μην υπάρξει επιστροφή.Ξέρουμε πλέον ότι στην άκρη του κόσμου δεν απλώνεται η άβυσσος. Η Γή δεν είναι επίπεδη. Μόνο η εποχή μας είναι μονοδιάστατη. Σήμερα όπου το ταξίδι έχει σχεδόν εκλείψει, υποκαθιστάμενο από τον τουρισμό, κάθε πτυχή της μετακίνησης είναι προγραμματισμένη σε κάθε της λεπτομέρεια και η όποια απόκλιση από το σχέδιο, όπως επί παραδείγματι μία καθυστέρηση στην αναχώρηση, εγείρει ζήτημα αποζημίωσης του καταναλωτή για την απώλεια του χρόνου του. Όσο για τις αποσκευές που είναι το μόνο –πέραν, βέβαια, του πολυπόθητου συναλλάγματος– που ο ταξιδιώτης κομίζει, πρέπει να τακτοποιηθούν επίσης με ιδιαίτερη μέριμνα, μεταξύ άλλων λόγων και για να χωρέσουν τα made in China σουβενίρ που θα είναι το μόνο που θα πάρει μαζί του επιστρέφοντας. Και βέβαια το ταξίδι δεν είναι πια πολύμηνο. Η τεχνική πρόοδος μεριμνεί, ούτως ώστε οι αποστάσεις να εκμηδενίζονται, ακόμη και οι πλέον απομακρυσμένες περιοχές να είναι προσβάσιμες. Τίποτα πλέον δεν απομένει ανεξερεύνητο. Καμιά γωνιά του κόσμου δεν μέλει να ανακαλυφθεί και μόνο οι διαφημιστικές καμπάνιες των τουριστικών πρακτορείων βρίθουν ισχυρισμών περί του αντιθέτου, με μόνους τους πελάτες τους να το πιστεύουν.Το ανέξοδο των μετακινήσεων, η ευκολία αυτή που πλέον τις διέπει μοιάζει να υπεραναπληρώνει, να προωθείται μάταια ως αντιστάθμισμα για το γεγονός ότι κανείς πλέον, ακόμη και αν φτάσει ως την άκρη του κόσμου, δεν μπορεί να πάει πουθενά αλλού. Για τη διαπίστωση ότι σήμερα η μετακίνηση δεν έχει καμία απολύτως συνέπεια για τον ταξιδιώτη, θετική ή αρνητική, καθώς ακόμα και στη σπάνια περίπτωση όπου αυτός αναζητεί κάτι άλλο, το μόνο που θα συναντήσει θα είναι μια φολκλόρ εκδοχή των προϊόντων της βιομηχανίας της κουλτούρας. Και αυτό για έναν επιπλέον λόγο. Ο σύγχρονος άνθρωπος δεν ταξιδεύει με κάποιο σκοπό, υποκινούμενος έστω από μια «εσωτερική» ανάγκη. Το κάνει απλά επειδή μπορεί, επειδή η συνθήκες το επιτρέπουν, επιδιδόμενος ενίοτε σε μια σαφώς μάταιη αναζήτηση στο χώρο, εκείνου που έχει εξοριστεί από το χρόνο μιας καθημερινότητας, διακρινόμενης από την κοινοτυπία και την κενότητα. Έχουμε, λοιπόν, το οξύμωρο μιας κοινωνίας, όπου, ενώ διαμέσου της μαζικής κουλτούρας στην οποία προαναφερθήκαμε, φαντασιώνεται το ταξίδι στο χρόνο ή την κατάκτηση του διαστήματος, παραμένει τελικά καθηλωμένη, εβρισκόμενη στην πλήρη ακινησία. Εν τέλει είναι το μέσο –η τεχνική πρόοδος– που εξυμνείται, όντας διαχωρισμένο από το σκοπό. Το σημείο καμπής σε αυτήν τη διαδικασία αποτυπώνεται στο έργο του Ιουλίου Βερν «ο γύρος του κόσμου σε 80 ημέρες». Η ταχύτητα είναι που μετράει. Τελικά εν μέσω αυτής της δίνης, της ζάλης ποιός είναι, αλήθεια, ο σκοπός – πέραν, ίσως, του να επιβεβαιώσει ο άνθρωπος την εικόνα του ως κυρίου του κόσμου; Τι αξία μπορεί να έχει ο στίχος του ποιητή «σαν βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη να εύχεσαι να ΄ναι μακρύς ο δρόμος»; Αλλά, όπως είπε ένας άλλος ποιητής, η εποχή μας δεν είναι εποχή για ποίηση. Είναι εποχή για σουβλάκια. Και τέτοια οι τουρίστες που θα επιλέξουν να «ζήσουν το μύθο τους στην Ελλάδα» θα έχουν την ευκαιρία να γευθούν πολλά. Τους λωτούς τους έχουν, προφανώς, ήδη καταβροχθίσει.Καθώς η ιλιγγιώδης ταχύτητα σκορπίζει στη λήθη κάθε αίσθηση του χώρου και του χρόνου, αναπόφευκτα ο εαυτός ξεμένει πίσω, αδυνατώντας να ακολουθήσει στην ξέφρενη κούρσα. Άλλωστε αυτός είναι και ο στόχος. Να αφεθούν οι έννοιες να σκορπίσουν, ο τουρίστας να «γεμίσει τις μπαταρίες του» απερίσπαστος. Γι’ αυτό οι σύγχρονες ενσαρκώσεις του Φιλέα Φογκ μεριμνούν να τεκμηριώσουν την παρουσία τους στο «μοναδικό» μέρος που επισκέπτονται. Να εξασφαλίσουν πειστήρια, όπου θα αποδεικνύουν ότι «ήταν και αυτοί εκεί». Τεκμήρια προοριζόμενα να πείσουν πρωτίστως τους ίδιους. Έχουμε, ας μην το ξεχνάμε, προ πολλού εγκαταλείψει την εποχή, όπου οι εμπειρίες βιώνονταν, έχοντας εισέλθει σε αυτή, όπου τα βιώματα απλά καταγράφονται. Οι άνθρωποι «βιώνουν» πλέον τη ζωή στο σύνολο της ως τουρίστες, ζώντας σε ένα διαρκές παρόν. Η σχέση τους με το μέλλον είναι αυτή της κατάστρωσης σχεδίων για απόκτηση εμπορευμάτων, επιθυμίας για «μικρές αποδράσεις», διακοπές κλπ. Μια σχέση κατ’ εξοχήν καταναλωτική. Όπως, άλλωστε, και η σχέση με το παρελθόν, το οποίο υποβαθμίζεται, περιορίζεται σε άλμπουμ φωτογραφιών και ψηφιακά home videos. Ο Γκυ Ντεμπόρ έλεγε –και εμείς δεν κουραζόμαστε να επαναλαμβάνουμε– πως το θέαμα είναι ο κατακερματισμός κάθε κοινωνικά βιωμένης εμπειρίας και η αυθαίρετη ανασύσταση της ως αναπαράσταση. Και η ψηφιοποίηση συνιστά την ιδανική αλληγορία για τη διαδικασία αυτή, καθώς ευαγγελίζεται την υψηλή πιστότητα, τη ρεαλιστική απεικόνιση της πραγματικότητας, τη στιγμή που επαγγέλλεται το θρυμματισμό της σε αναρίθμητα ψηφία. Η εικόνα φαντάζει αψεγάδιαστη. Αλλά μια απλή μεγέθυνση είναι αρκετή για να συντρίψει κάθε ψευδαίσθηση.Εξίσου επίπλαστη είναι η εικόνα της Κέρκυρας που ξεδιπλώνεται μπροστά στα έκπληκτα μάτια του επισκέπτη. Πλήθος διευκολύνσεων πασχίζεται να του παρασχεθούν, προκειμένου να την επιλέξει έναντι των ανταγωνιστικών τουριστικών προορισμών, όπως το υπό κατασκευή καταφύγιο τουριστικών σκαφών που αλλοιώνει την όψη της περιοχής της Σπηλιάς, ενώ ενδέχεται να αποτρέπει σε εμάς τους κατοίκους την ελεύθερη πρόσβαση. Σε αυτό το «μνημείο» το εβρισκόμενο υπό την προστασία της unesco –και το οποίο ολοένα και περισσότερο φέρνει στο νου τη Disneyland, κάνοντας μας να ανησυχούμε για το ενδεχόμενο να υποχρεωθούμε να φέρουμε παραδοσιακές φορεσιές, προκειμένου να μας επιτραπεί να εξακολουθούμε να ζούμε εδώ– μάταια κάνεις θα αναζητήσει οτιδήποτε το αυθεντικό. Και σε αυτόν τον τόπο που απετέλεσε άλλοτε χάρη στο ταξίδι το θέατρο πολιτιστικής ζύμωσης, με μόνα τα διάσπαρτα σκηνικά να έχουν απομείνει πια, τα ψηφιακά μέσα, οι κάμερες δεν πρόκειται να συλλάβουν τη νεκραναστημένη «πολιτιστική μας κληρονομιά», γιατί απλούστατα τα φαντάσματα, οι βρικόλακες δεν έχουν είδωλο ως γνωστόν. Είναι μόνο η κερκυραϊκή κοινωνία που βαυκαλίζεται κοιτώντας ναρκισσιστικά το στρεβλό είδωλο της που ανακλάται στην επιφάνεια ενός παραμορφωτικού καθρέφτη.Οι μόνοι μάρτυρες της πραγματικής εικόνας της Κέρκυρας που θα μπορούσαν να αφηγηθούν την πολυκύμαντη διαδρομή, διαμέσου της οποίας συντελέστηκε ετούτη η παραμόρφωση, η μετάλλαξη των κατοίκων του νησιού, αλλά και του τοπίου, δεν είναι άλλοι από τις ελιές που στέκουν στη θέση τους για αιώνες. Και ίσως είναι η ασυνείδητη επίγνωση αυτού του ρόλου του τόσο χαρακτηριστικού για το νησί δέντρου εκείνη που ωθεί τους κατοίκους του στην αποψίλωση του, για να ανοικοδομηθούν εξοχικές κατοικίες και ενοικιαζόμενα δωμάτια. Οι ελιές στη συνέχεια θα πωληθούν ως καυσόξυλα στην Ιταλία, ούτως ώστε να εξαφανιστεί κάθε ίχνος. Βλέπετε, στο γνωστό παραμύθι, οπού ο νεαρός πιλοποιός ομολόγησε το φοβερό μυστικό, ότι δηλαδή ο βασιλιάς έχει γαϊδουρινά αφτιά, στην κουφάλα ενός δέντρου, το λαούτο που κατασκευάστηκε από το ξύλο του τραγούδησε και είπε τα πάντα. Τι θα έλεγε άραγε στην περίπτωση μας η κουφάλα μιας ελιάς; Ότι ο λαμπρός ήλιος που τόσα χρόνια εμπορευόμεθα έχει πλέον εξαντλήσει την ενέργεια του και πως όλοι όσοι έχουν τυφλωθεί από τη λάμψη του κοιτάζοντας τον απερίσκεπτα όλα αυτά τα χρόνια, αδυνατούν να δουν ότι δύει, νεκρός πια; Διαγράφοντας για τελευταία φορά την τροχιά του στον ουρανό; Ίσως απλά να έλεγε ότι ο βασιλιάς είναι γυμνός…
22 Jun 2008, 13:58 | Στο πεδίο βολής της διαλεκτικής
Σε προηγούμενη μας ανάρτηση απαντήσαμε σε ορισμένες παρατηρήσεις που μας έγιναν από το βααλ αναφορικά με το κείμενο μας «Η πολιτική υπό την απειλή της βαρβαρότητας». Κατόπιν της εκ νέου τοποθέτησης μας υπήρξε ανταπάντηση από τον βααλ και εδώ ευελπιστούμε για μια ακόμα φορά να παράσχουμε ορισμένες σχετικές διευκρινήσεις. Ελπίζουμε να μην αρχίσουμε να επαναλαμβανόμαστε επικίνδυνα και το λέμε αυτό, μιας και κρίνουμε πως ορισμένα από τα ερωτήματα που τίθενται, καλύπτονται ως ένα βαθμό από τις τοποθετήσεις μας στο αρχικό κείμενο. Ας ξεκινήσουμε λαμβάνοντας ως αφετηρία την εκπεφρασμένη πεποίθηση του βααλ, βάσει της οποίας τα αντικρουόμενα «συμφέροντα» των κοινωνικών τάξεων οφείλουν να λογίζονται περίπου ως ο κινητήριος μοχλός της ιστορίας –εάν άθελα μας διαστρεβλώνουμε την ουσία των λόγων του, ο βααλ μπορεί ασφαλώς να μας διορθώσει. Με τον όρο «συμφέροντα» και για κάποιον ακατανόητο σε εμάς λόγο ο βααλ εννοεί, κατά τα λεγόμενα του, «επιθυμίες, ιδέες, στάσεις, συμπεριφορές δραστηριότητες αλλά φυσικά και πολιτικές ιδέες και απόψεις», πέρα από τα συμφέροντα εκείνα που συνειρμικά έρχονται στο μυαλό το δικό μας –και υποθέτουμε του καθενός. Όταν προσδίδουμε στις λέξεις άλλη σημασία από τη δεδομένη η συνεννόηση δυσκολεύει κάπως, οφείλουμε να ομολογήσουμε. Τέλος πάντων εμείς, για να μην το κουράζουμε, όπως αντιλαμβανόμαστε τον όρο συμφέροντα, αδυνατούμε να εντοπίσουμε στον ανταγωνισμό συμφερόντων την αιτία ανάδυσης των διαφόρων κοινωνικοϊστορικών μορφωμάτων. Η απόπειρα για μια τέτοια αναγωγή υποτιμά κατάφορα, νομίζουμε, τη δημιουργική φύση των ανθρώπων, παραβλέπει τον σημαίνοντα ρόλο που διαδραματίζει η φαντασία. Σε εμάς φαντάζει αδιανόητη μια απόπειρα να «εξηγηθεί» η ανάδυση της αρχαίας ελληνικής πόλης ή η δημιουργία των σοβιέτ με μια ανάλυση θεμελιωμένη στη σύγκρουση συμφερόντων. Από εκεί κι ύστερα εύλογα ανακύπτουν μια σειρά από άλλα ερωτήματα. Άραγε η δράση των κοινωνικών τάξεων και των ιστορικών υποκειμένων εν γένει υπακούει σε κάποια «ορθολογικότητα»; Μπορούμε βάσιμα να ισχυρισθούμε ότι μέσα στον πυρετό των γεγονότων, οι πρωταγωνιστές τους έχουν πλήρη συναίσθηση του ρόλου τους και είναι σε θέση να προβλέψουν τις συνέπειες των πράξεων τους; Πολλώ δε μάλλον δύναται κάτι τέτοιο να ισχύει εν μέσω της έξαψης των επαναστατικών γεγονότων; Ύστερα, δεν μπορεί παρά να αναρωτηθεί κανείς, τι είναι αυτό που οδηγεί στην υπεράσπιση του τάδε συμφέροντος έναντι κάποιου άλλου; Γιατί με άλλα λόγια η προλετάριοι συνήθως προτιμούν να σφαγιασθούν μεταξύ τους, υιοθετώντας το εθνικό συμφέρον, το οποίο είναι το συμφέρον των αφεντικών κλπ, παρά να υπερασπιστούν τα «κοινά ταξικά τους συμφέροντα»; Ο βααλ μάλλον σε αυτό απαντά ότι η αιτία βρίσκεται στην ήττα των διεθνιστικών θέσεων. Μα ή ήττα αυτή δεν επήλθε εκ των υστέρων ακριβώς εξαιτίας της απόρριψης τους από την πλειοψηφία της εργατικής τάξης; Εμείς έναντι του όρου «συμφέροντα», βέβαια, θα προκρίναμε τον όρο κίνητρα. Κίνητρα τα οποία, μαζί με τις νόρμες, τα όρια, τις αξίες μιας κοινωνίας, απαρτίζουν τον κόσμο κοινωνικών φαντασιακών σημασιών που η κοινωνία αυτή συγκροτεί, προσδίδοντας, ως οφείλει στον εαυτό της, στην ύπαρξη της στη ζωή και το θάνατο των ατόμων νόημα. Και αυτός ο κόσμος νοήματος συστήνεται εν μέσω του χάους. Νόημα εγγενές στον κόσμο δεν υπάρχει. Δεν υφίσταται κανένας απολύτως λόγος για τον οποίο βρισκόμαστε στον κόσμο αυτό, ούτε υπάρχει κανείς και τίποτα που να ενδιαφέρεται για τη συνέχιση της ύπαρξης μας ή τον αφανισμό μας. Αυτή η συνθήκη είναι δυσβάστακτη για την ανθρώπινη ψυχή, το ασυνείδητο που αδυνατεί να αποδεχτεί ή έστω να συλλάβει το γεγονός της θνητότητας. Το χαρακτηριστικό των ανθρωπίνων όντων δημιουργικό πάθος, η αμφισβήτηση της θεσμισμένης κοινωνίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με αυτή την αναπόδραστη συνθήκη. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι η ιστορική περίοδος την οποία διανύουμε διακρίνεται από την παντελή στειρότητα, την ανικανότητα της να εμπνεύσει νέες δημιουργίες και ταυτόχρονα την κυριαρχία του νηπενθούς, την αποφυγή κάθε νύξης για το θάνατο και την επιδίωξη με κάθε τρόπο της αιώνιας νεότητας. Επειδή, λοιπόν, έχουμε την αίσθηση πως έχει προκύψει μια σημαντική παρανοήση: αφενός δεν μιλάμε σε καμία περίπτωση για «αναπαραγωγή ενός συγκεκριμένου νοήματος», αλλά, όπως, νομίζουμε, κατέστη σαφές, για το ακριβώς αντίθετο. Μιλάμε επίσης για συλλογικό φαντασιακό. Η κοινωνικές φαντασιακές σημασίες δεν είναι αποκυήματα της ζωηρής φαντασίας, απότοκα της γραφίδας κάποιου διανοούμενου, αλλά καρπός αυτού του ριζικού φαντασιακού, της ίδιας της κοινωνίας. Ευκαιρίας δοθείσης ας σημειώσουμε πως ασφαλώς και οι φιλόσοφοι, οι καλλιτέχνες κλπ οφείλουν αυτό που είναι στην εποχή και στην εκάστοτε κοινωνία που τους αναδεικνύει. Αυτή η αυτονόητη για εμάς παραδοχή σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να συνεπάγεται την υποτίμηση του ρόλου τους –ο ρόλος των ατόμων, όπως δεν πρέπει να υπερτιμάται, δεν πρέπει και να υποτιμάται. Σήμερα αυτό που συνοδεύει την έλλειψη των μεγάλων θεωρητικών δεν είναι η «κολεκτιβοποίηση της επαναστατικής θεωρίας» που θα επιθυμούσε ο βααλ κατά παλαιότερη δήλωση του. Είναι μάλλον η κονιορτοποίηση της η συνακόλουθη της εξαφάνισης του επαναστατικού κινήματος, η συνοδευόμενη από τη γενικότερη παρακμή των δυτικών κοινωνιών, η οποία βρίσκει έκφραση σε όλα τα πεδία της ανθρώπινης δημιουργίας. Καταλήγοντας, είναι η επιβεβλημένη αυθεντία και όχι η αυθεντία εν γένει αυτή εναντίον της οποίας πρέπει να βάλλουμε. Το κοινωνικό πράττειν προηγείται αναμφισβήτητα της θεωρίας, η οποία αποτελεί μέρος του. Η συγκρότηση της εργατικής τάξης δεν συντελέστηκε προφανώς μέσα στο κεφάλι του Μαρξ. Αντίθετα υπήρξε, όπως τονίζουμε και στο «η πολιτική…», μια διαδικασία αυτοδημιουργίας, η οποία επηρεάστηκε από, αλλά και διαμόρφωσε παράλληλα, τις ανθρωπολογικές και κοινωνιολογικές συνθήκες, εν μέσω των οποίων έλαβε χώρα. Είναι γνωστό το παράδειγμα των πρώτων εργατικών ενώσεων στη Βρετανία, το πώς μέσα από αυτές ξεπήδησαν θεσμοί αυτομόρφωσης, αλληλοβοήθειας κλπ. Η ισότητα, η αλληλεγγύη, η ελευθερία και όλες οι αξίες από τις οποίες διαπνεόταν το κλασσικό εργατικό κίνημα δεν υπήρξαν πάντοτε αυτονόητες επιδιώξεις. Τουναντίον, η διερώτηση για το κατά πόσο οι θεσμοί και οι νόμοι της κοινωνίας είναι δίκαιοι υπήρξε ίδιον πολύ συγκεκριμένων ιστορικών περιόδων και ανεπτύχθη σε καθορισμένα γεωγραφικά μήκη και πλάτη. Η εξαθλίωση, η στυγνή εκμετάλλευση, η κατάφωρη αδικία που χαρακτηρίζουν το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας των ανθρώπινων κοινωνιών, το γεγονός ότι αυτές οι τελευταίες υπήρξαν διαχρονικά θεμελιωμένες στη βάση των αρχών των προνομίων και της αποκλειστικότητας δεν απετέλεσε ποτέ ικανή συνθήκη για την άρθρωση ενός προτάγματος επαναθέσμισης, μετασχηματισμού της κοινωνίας. Τα κοινά συμφέροντα των σκλάβων που πέθαναν σαν τις μύγες στις πυραμίδες δεν στάθηκαν αρκετά να αποτελέσουν τη μήτρα επαναστάσεων. Ιδού λοιπόν, νομίζουμε πως διαφαίνεται σε τη συνίσταται η διαφορά ανάμεσα στην ύπαρξη κοινών συμφερόντων και στην πεποίθηση ότι τέτοια υφίστανται. Τι είναι άραγε εκείνο που οδηγεί στην ανάδυση αξιών όπως οι προαναφερθείσες; Η εμφάνιση τους δεν μπορεί να «εξηγηθεί». Δεν μπορεί να αναχθεί σε συγκεκριμένες «αντικειμενικές συνθήκες». Ασφαλώς αυτές οφείλεται να ληφθούν υπόψη στη αναγκαία απόπειρα διαύγασης της ιστορίας, αλλά ο ρόλος τους είναι κάθε άλλο παρά καθοριστικός. Είναι απαραίτητο να επιχειρήσουμε να κατανοήσουμε την ανθρώπινη δημιουργία, αλλά είναι μάταιο να προσπαθήσουμε να την «εξηγήσουμε». Το εργατικό κίνημα χρειάζεται να θεωρηθεί εντασσόμενο εντός των πλαισίων μιας πραγματικότητας, η οποία διέπεται από μια σύγκρουση. Όχι όμως από μια απλή σύγκρουση συμφερόντων, αλλά μια σύγκρουση ανάμεσα στο καπιταλιστικό φαντασιακό που διακηρύττει πως οφείλουμε να γίνουμε κύριοι της φύσης από τη μία και από την άλλη του προτάγματος της αυτονομίας, του χειραφετησιακού προτάγματος. Αλλά και πάλι δεν πρόκειται απλά και μόνο για μια σύγκρουση. Τα δύο αντινομικά αυτά στοιχεία αλληλοεπικαλύπτονται. Καθώς αντιμάχονται το ένα το άλλο, αλληλεπιδρούν, εντός των ορίων μιας πραγματικότητας, της οποίας οι πτυχές διαμορφώνονται, η οποία μεταβάλλεται από αυτή τη σύγκρουση. Ένα αμφίδρομο μπόλιασμα συντελείται. Και στη διαδικασία αυτή, διαμέσου της οποίας τείνουμε να οδηγηθούμε στην τελική επικράτηση της πρώτης εκ των δύο πτυχών –εξέλιξη την οποία αγωνιζόμαστε να αποτρέψουμε–, πρέπει να αποδοθεί ο εκφυλισμός του επαναστατικού κινήματος. Η αντινομία που περιγράφηκε προηγούμενα χαρακτηρίζει τη δυτική παράδοση. Κληροδότημα της ίδιας παράδοσης αποτελεί το πολιτικό φαντασιακό, βάσει του οποίου χαράσσεται μια διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην κοινωνία αφενός και τη θεσμισμένη εξουσία αφετέρου. Εάν όμως δεχτούμε πως υφίσταται αυτή η ρητή διάκριση αναμεταξύ των εκμεταλλευτών και των εκμεταλλευόμενων, των εξουσιαστών και των εξουσιαζόμενων, τότε είναι εντελώς ακατανόητο το πώς η μειοψηφία των πρώτων επιβάλει διαχρονικά την κυριαρχία της επί των δεύτερων δια της βίας, μέσω του καταναγκασμού. Και η συνθήκη αυτή θα εξακολουθεί να φαντάζει παράδοξη, εφόσον αδυνατούμε ή αρνούμαστε να συλλάβουμε ότι ακόμη και τα πλέον δεσποτικά καθεστώτα θα ήταν αδύνατο να μακροημερεύσουν δίχως την «εσωτερίκευση» των «αξιών» που πρεσβεύουν από την πλειοψηφία της κοινωνίας. Τότε δεν απομένει παρά να κατασκευάζει κανείς άλλοθι για την κοινωνία. Ο «απλός κόσμος» δεν είναι δυνατόν να γνωρίζει, είναι καταδικασμένος στην αμάθεια, παραπλανείται από το θέαμα, αναγκάζεται να καταναλώνει, είναι έρμαιο στις ορέξεις της εξουσίας, διαφθείρεται από αυτήν, από τις… κοινωνικές υπερδομές του καπιταλισμού (sic). Είναι άμοιρος ευθυνών. Και ασφαλώς αυτή η αντιμετώπιση των ανθρώπων ως άμαθα μειράκια που κάνουν το πιπί τους όπου βρουν αποδεικνύεται εξόχως βολική, καθότι παρέχει τη δυνατότητα σε όσους την προβάλλουν να νομιμοποιήσουν την αυταρχική τους νοοτροπία. Να αυτοαναχθούν σε πατερούληδες που θα μεριμνήσουν για το καλό των άτακτων παιδιών, λαμβάνοντας έκτακτα μέτρα, αν αυτό κρίνουν σκόπιμο. Και βέβαια εντοπίζεται και μια ακόμη σοβαρή ανακολουθία που εκπηγάζει από αυτήν τη θέση, βάσει της οποίας δεν πρέπει να τρέφουμε υπέρμετρες προσδοκίες, να έχουμε παράλογες απαιτήσεις από την κοινωνία. Γιατί ήταν ο «απλός κόσμος» –που ποτέ δεν είναι τόσο απλός, όσο απλοϊκή είναι η σκέψη εκείνων, οι οποίοι διακηρύττουν κάτι αντίστοιχο– αυτός που δημιούργησε τα σοβιέτ, τα εργοστασιακά συμβούλια, εκείνος πού διαμόρφωσε δημοκρατικούς θεσμούς όπου κάνουν την εμφάνιση του οι αρχές της ανακλητότητας, της περιοδικότητας, της λογοδοσίας των εκπροσώπων. Όλα αυτά δεν έγιναν από μια κοινωνία διαφορετική από τη σημερινή. Σήμερα, όπως έχουμε επανειλημμένα αποπειραθεί να το δείξουμε, ζούμε σε μια άλλη κοινωνία. Οι άνθρωποι που την απαρτίζουν είναι άλλοι. Είπαμε και προηγούμενα ότι το κοινωνικό πράττειν προηγείται της θεωρίας. Ως εκ τούτου μια επαναστατική πολιτική ομάδα οφείλει να συνδεθεί με την κοινωνική κίνηση της εποχής της. Τι συμβαίνει, όμως, όταν διαπιστώνουμε να επικρατεί η απόλυτη ακινησία; Ο κύκλος κατά τον οποίον οι κοινωνίες μετατοπίζονταν περιοδικά από την απάθεια στο προσκήνιο της ιστορίας, υπήρξε έως τώρα συνεχής. Αλλά σήμερα η περιρρέουσα αποχαύνωση διακρίνεται από χαρακτηριστικά καινοτόμα. Αυτό οφείλει να ληφθεί υπόψη για να διατηρηθούν οι ελπίδες να εξέλθουμε από την υφιστάμενη συγκυρία. Όπως επίσης είναι ζωτικής σημασίας το να κατανοήσουμε πως οδηγηθήκαμε ως εδώ. Αυτό δεν μπορεί να επιτευχθεί, ενόσω παραμένουμε, τρόπον τινά, θεματοφύλακες της επαναστατικής παράδοσης. Εμείς σε καμία περίπτωση δεν αναλωνόμαστε σε αφορισμούς, όπως μας καταλογίζει ο βααλ. Απλούστατα υπογραμμίζουμε αυτό που θα έπρεπε υπό κανονικές συνθήκες να αποτελεί αυτονόητο. Η επανάσταση, εάν ποτέ έρθει, δεν θα γίνει με το τίποτα, δεν θα συντελεστεί εν κενώ, αλλά θα προκύψει από το πουθενά, καθότι δεν θα ανάγεται σε οτιδήποτε έχει προϋπάρξει, κάτι που άλλωστε θα συνιστούσε οξύμωρο. Οφείλουμε λοιπόν να εγκαινιάσουμε με την παράδοση μια σχέση δημιουργική. Διεπόμενη από το διαρκή αναστοχασμό. Εάν παραμένουμε εγκλωβισμένοι σε παραδοσιακές, παρωχημένες κατηγορίες, εάν δεν αντιλαμβανόμαστε τις αλλαγές που έχουν συντελεστεί στο πέρασμα του χρόνου, μην έχοντας συναίσθηση της πραγματικότητας, τότε κινδυνεύουμε να καταντήσουμε γραφικοί και να εντοπίζουμε κοινωνικές συγκρούσεις εκεί, οπού κάθε τι άλλο παρά αυτές λαμβάνει χώρα. Να περνάμε τους πόθους μας για πραγματικότητα, να αναζητούμε θαύματα που θα αναζωογονήσουν, θα ενδυναμώσουν την πίστη μας στην επανάσταση. Αυτό συνέβη στην περίπτωση της Λευκίμμης, οπού ορισμένοι, διασπείροντας τη σύγχυση που τους διακατέχει, βαφτίζουν μια σύγκρουση που έχει ως αντικείμενο τα σκουπίδια που κανείς δεν θέλει στην πόρτα του, αλλά θέλει να τα εναποθέσει στο κατώφλι του διπλανού του, κοινωνική εξέγερση. Εμείς, προφανώς, έχοντας αποκομίσει τη συγκεκριμένη εικόνα κατόπιν στενής παρακολούθησης των τεκταινόμενων από τον περασμένο Νοέμβριο, δεν βρίσκουμε κανένα… προνομιακό πεδίο δράσης εν μέσω αυτής της κατάστασης, μιας και δεν είμαστε διατεθειμένοι να κοροϊδέψουμε κανέναν με πρώτον απ΄ όλους τον εαυτό μας. Στο ζήτημα αυτό ενδεχομένως να επανέλθουμε εκτενέστερα στο προσεχές μέλλον, αλλά τη φορά αυτή όχι απαντώντας στο βααλ, ο οποίος στη νέα του συνεισφορά στο διάλογο που έχουμε ανοίξει –και η οποία υπέπεσε στην αντίληψη μας, ενώ είχαμε ήδη γράψει πέραν του ημίσεως της παρούσας απάντησης– καταφέρθηκε εναντίον μας, επ΄ αφορμή της θέσης που λάβαμε στην πρόσφατη ανακοίνωση μας για τα γεγονότα με τον εύγλωττο τίτλο «τρία πουλάκια κάθονταν». Δεν κρίνουμε σκόπιμο να συνεχίσουμε έναν διάλογο, όπου ο συνομιλητής ως μόνο μέλημα του κατά τα φαινόμενα έχει να μας επαναφέρει στο «ορθό δρόμο» της επανάστασης, –είναι, άλλωστε, πλέον γνωστό τοις πάσοι ότι παρεκκλίνουμε– προσγειώνοντας μας στην πραγματικότητα με την οποία ο ίδιος προφανώς έχει εγκαινιάσει μια προνομιακή σχέση, διαμέσου της οποίας καθίσταται διάμεσος της, medium, ούτως ώστε διαμέσου των χειλών του –και εν προκειμένω του πληκτρολογίου του– να ομιλεί η ίδια αυτοπροσώπως! Εμείς νομίζαμε ότι σε ένα διάλογο αντιπαρατίθενται γνώμες και όχι θέσφατα. Αλλά, όπως θα σας είναι ήδη γνωστό, αγαπητοί σύντροφοι και συντρόφισσες, η επίκληση της πραγματικότητας ως άλλης κολυμπήθρας του Σιλωάμ δεν αντιφάσκει καθόλου, κάθε άλλο μάλιστα, με το να είναι κανείς βυθισμένος έως τα ρουθούνια στην ιδεολογία. Άλλωστε σε τι μπορεί να ωφεληθεί από έναν διάλογο μαζί μας ο βααλ κατόπιν όλων αυτών, όταν είναι πρόδηλο πως ημείς ευρισκόμεθα εκτός τόπου και χρόνου και είμεθα ηλίθιοι. Δηλώνουμε ευθαρσώς ένοχοι για αμφότερες τις κατηγορίες. Είμαστε εκτός τόπου και χρόνου, όταν οι δύο τελευταίοι συγκροτούν τον ιδιόκοσμο του «χώρου» που ασφαλώς είναι άλλος από αυτόν στον οποίον εμείς ζούμε. Είμαστε επίσης, αν όχι ηλίθιοι, τουλάχιστον αφελείς, αφού πιστέψαμε ειλικρινώς πως ήταν δυνατή η διεξαγωγή ενός διαλόγου με το βααλ, παραβλέποντας το συχνά πατερναλιστικό ύφος του. Και τουλάχιστον να ήταν σε κατάλληλη ηλικία να γίνει ο πατερούλης μας… Ας περίμενε τουλάχιστον να ασπρίσουν πρώτα τα μαλλιά του, ώστε να πείθει περισσότερο ως σοφός. Τέλος πάντων εμείς δεν σκοπεύουμε να ανεχθούμε περαιτέρω ηθικοδιδακτισμούς. Έχουμε άλλωστε καταστεί αποδέκτες πληθώρας τέτοιων τελευταίως… Κλείνοντας, δεν μπορούμε παρά να συμφωνήσουμε με το βααλ σε ένα πράγμα: δεν υπάρχει αισιοδοξία ή απαισιοδοξία. Υπάρχει από τη μία η διάθεση να δεις κατάματα την πραγματικότητα και να αποπειραθείς να την ερμηνεύσεις και από την άλλη η ονειροπόληση. Υ.Γ: Κάνουμε γνωστό ότι κάνουμε ό,τι κάνουμε επειδή δεν μας αρέσει το ποδόσφαιρο και βρήκαμε τις συνελεύσεις για να γεμίζουμε τις Κυριακές μας. Άλλωστε, ως γνωστόν, ο ελεύθερος χρόνος είναι καταναλώσιμος χρόνος - εμπόρευμα, προέκταση του χρόνου παραγωγής και τα συναφή.
11 Jun 2008, 12:56 | Τρία πουλάκια κάθονταν
Και ένα τέταρτο... Τρία πουλάκια κάθονταν Τα γεγονότα που προσφάτως έλαβαν χώρα στη Λευκίμμη είναι γνωστά – ή μήπως όχι και τόσο; Μήπως η αχλή, η γνωστή κερκυραϊκή υγρασία και η βλάστηση του νησιού που, παρά τις κοπιώδεις προσπάθειες των συμπατριωτών μας να επιτύχουν την αποψίλωση του, παραμένει οργιώδης απέτρεψαν ορισμένους από το να σχηματίσουν πλήρη άποψη για τα τεκταινόμενα, κόβοντας τους τη θέα; Μήπως η εικόνα που αποκόμισαν υπήρξε εξίσου μερική με εκείνη που συντίθεται μπροστά στις φωτογραφικές μηχανές των τουριστών στα πλαίσια μιας ξενάγησης στο νησί των Φαιάκων; Όπως για παράδειγμα ενώπιον του αγάλματος του «Σχολεμβούργου» (sic) έμπροσθεν του παλαιού φρουρίου τους γίνεται γνωστό πως ο τελευταίος διέσωσε την πόλη κατά το 18ο αιώνα από την πολιορκία των Οθωμανών, δίχως όμως να αποκαλύπτεται πως αυτό επετεύχθη διαμέσου της εγκατάλειψης του αμάχου πληθυσμού εκτός των τειχών, για να μη σωθούν τα εφόδια. Η μισή αλήθεια, η χειρότερη από ένα ψέμα που προβλήθηκε διαμέσου διαύλων όπως το “indymedia” ευθύνεται, εν μέρει μόνο, –και σε μικρό βαθμό– για την καλλιέργεια της αίσθησης ότι στη Λευκίμμη… ξεκινάει η επανάσταση. Ο βασικός όμως παράγοντας που συνετέλεσε στη διάδοση αυτής της… κάπως υπερβολικής αντιμετώπισης, ήταν η διάθεση ορισμένων να πιστέψουν στην εν λόγω εκδοχή. Είδαν τις μολότοφ και το μάτι τους γυάλισε. Εκστασιάστηκαν, θαμπώθηκαν όπως η κίσσα που συλλέγει φανταχτερά μπιχλιμπίδια με τα οποία στολίζει τη φωλιά της. Ότι λάμπει όμως, τι κρίμα, δεν είναι χρυσός… Θαυμάζουμε πάντως την ικανότητα ορισμένων να βρίσκουν την ομορφιά ακόμη και ανάμεσα στα σκουπίδια. Πρόκειται για ένα χάρισμα ιδιαιτέρως χρήσιμο όταν τα σκουπίδια μας περιβάλλουν, εφόσον κανείς επιζητά την απόδραση από την πραγματικότητα. Μάλλον ανώφελο όμως, όπως οφείλουμε να παρατηρήσουμε, όταν το ζητούμενο είναι να την αλλάξει. Αυτήν την πραγματικότητα εμείς επιχειρήσαμε σε ένα πρώτο στάδιο να την ερμηνεύσουμε, με το κείμενο που εξεδόθη προ τετραμήνου υπό τον τίτλο «καρποί της παρθένας κερκυραϊκής γης». Είναι μάλλον άσκοπο να επαναλάβουμε εδώ τα όσα αναφέρονται σε αυτό. Τα όσα διαπιστώναμε –και στα οποία εμμένουμε– νομίζουμε ότι εξηγούν την απροθυμία μας να δηλώσουμε την «αμέριστη αλληλεγγύη» μας στους κατοίκους. Η δε μετέπειτα στάση τους δεν μας άφησε περιθώρια να αναθεωρήσουμε. Τουναντίον, μιας και αυτή διακρινόταν αφενός από την πάγια απάντηση τους στο ερώτημα που τους απευθυνόταν «τι αντιπροτείνετε;», η οποία συνοψιζόταν στα εξής: «δεν είναι δική μας αρμοδιότητα να προτείνουμε λύσεις. Εμείς αντιδρούμε ως απλοί πολίτες και οι αρμόδιοι οφείλουν να μεριμνήσουν, λαμβάνοντας υπόψη τους την αντίδρασή μας. Να προβούν σε εκ νέου χωροθέτηση». Αφετέρου από την άρνηση τους να συμμαχήσουν ακόμη και με τους κατοίκους του Τεμπλονίου – της περιοχής οπού φιλοξενείται ο υπάρχων ΧΥΤΑ. Στην περίπτωση αυτή η καχυποψία ήταν μάλλον αμοιβαία, με τους μεν να θεωρούν τους δε αντιπάλους. Σε αυτά τα γεγονότα που από μόνα τους είναι, νομίζουμε, αρκετά για να δικαιολογήσουν τις επιφυλάξεις μας –και που προοιώνιζαν το αδιέξοδο στο οποίο έμελλε να οδηγήσουν με θλιβερές, δυστυχώς, συνέπειες– προστίθενται ορισμένες έντονες φημολογίες. Βάσει αυτών τα κίνητρα ορισμένων –ορισμένων το ποιόν των οποίων ασφαλώς δεν χαρακτηρίζει το σύνολο, όμως το γεγονός είναι ενδεικτικό και επ’ ουδενί δεν πρέπει να παραβλεφθεί– εξ όσων πρωτοστάτησαν στις κινητοποιήσεις, δεν διακρίνονταν και από την απόλυτη ανιδιοτέλεια. Οι φήμες αυτές, που κατά την κρίση μας δεν είναι ανυπόστατες, αφορούν τη δυσαρέσκεια ορισμένων που είδαν άλλες εκτάσεις γης από τις δικές τους –και συγκεκριμένα ιδιοκτησίας του υποψηφίου δημάρχου Λευκυμμαίων με την παράταξη του κκε– να πωλούνται έναντι αδράς αμοιβής, για να κατασκευαστεί σε αυτές ο ΧΥΤΑ – εκδοχή στην οποία, μεταξύ άλλων, συνηγορεί και ο χρόνος έναρξης των κινητοποιήσεων. Γιατί ως γνωστόν η υπόθεση της διαχείρισης των απορριμμάτων είναι μια κερδοφόρος επιχείρηση που παρέχει πληθώρα δυνατοτήτων στους καιροσκόπους να επωφεληθούν. Ο καθένας λοιπόν πασχίζει να εξασφαλίσει το κομμάτι που πιστεύει πως του αναλογεί, όπως οι γλάροι συσσωρεύονται στις χωματερές μην αφήνοντας καμία ευκαιρία για ένα γεύμα να μείνει ανεκμετάλλευτη. Έτσι είναι ο καπιταλισμός, τους νόμους του οποίου οι «ιθαγενείς» έχουν εμπεδώσει, έστω και αν ορισμένοι εξ αυτών αυτοχρίζονται «πολέμιοι» του. Άλλος κερδίζει, άλλος χάνει. Ενίοτε δε είναι ζωές που χάνονται. Τότε οι γλάροι ξάφνου μεταμορφώνονται σε όρνεα. Τα σαπροβόρα πτηνά ερίζουν αγωνιζόμενα να αποσπάσουν το κομμάτι που τους αρέσει. Κρώζουν, υπερθεματίζουν καταγγέλλοντας με δριμύτητα την –αναμφίβολα βάρβαρη– κρατική καταστολή, τασσόμενοι στο πλευρό των κατοίκων, αναλωνόμενοι στη συνήθη συνθηματολογία. Επιδιδόμενοι ως είθισται στο λαϊκισμό, εντείνοντας τα «ψωμιαδικά», ας μας επιτραπεί η έκφραση, συμπλέγματα κατωτερότητας, ευελπιστούν να εισπράξουν αυτό που ο καθένας τους επιθυμεί, είτε πρόκειται για ψηφαλάκια, είτε για ότι άλλο. Και ασφαλώς η επιτυχία του εγχειρήματος τους απαιτεί να φανούν αδίστακτοι. Να απευθυνθούν στο θυμικό, πυροδοτώντας το, αδιαφορώντας για τις συνακόλουθες δυσμενείς συνέπειες – αρκεί μόνο να μη θίγουν τους ίδιους. Αλλά εδώ στην Κέρκυρα, οπού το μόνο που ανακυκλώνεται είναι οι τουριστικές σαιζόν, είμαστε όλοι λίγο - πολύ πτωματοφάγοι, έχοντας συνηθίσει να σιτιζόμαστε σε βάρος του κουφαριού της «πολιτιστικής μας κληρονομιάς», καλώντας τους τουρίστες να γευθούν ένα μεζεδάκι. Σιγά - σιγά τα κόκκαλα έχουν αρχίσει να ξεπροβάλουν και δεν μένει πια, παρά να αφεθούν γυμνά να ξασπρίσουν κάτω από τον ανελέητο ήλιο. Sea, sun, sex. Στους κατοίκους της νήσου του Πάσχα δεν μένει πια παρά να αρχίσουν να τρώνε τις σάρκες τους.
4 Jun 2008, 17:03 | Υστερόγραφο στο «η πολιτική υπό την απειλή της βαρβαρότητας»
Ότι και να κάνουμε δεν πρόκειται να κατεβάσει καμία καλύτερη ιδέα... Με το κείμενο που ακολουθεί επιδιώκουμε να απαντήσουμε σε ορισμένα ζητήματα τα οποία τέθηκαν στο blog του βααλ (http://mutantjazs.blogspot.com/), οπού ο τελευταίος σχολίασε κατόπιν δικής μας σχετικής προτροπής –για την ακρίβεια ενός από εμάς, σε ένα διαδικτυακό διάλογο, ο οποίος εκτυλίχθητε με άλλη αφορμή– το πρόσφατο κείμενο μας με τίτλο η πολιτική υπό την απειλή της βαρβαρότητας. Με το εν λόγω κείμενο μας αποσκοπούσαμε ούτως ή άλλως να συμβάλλουμε στη διεξαγωγή ενός διαλόγου γύρω από τα ζητήματα, τα οποία πραγματεύεται, μιας και διαπιστώνουμε ότι υφίσταται σοβαρότατο έλλειμμα στο πεδίο αυτό. Επομένως εγκαινιάζουμε εδώ επί τη ευκαιρία μια νέα ενότητα στο blog μας, υπό την ονομασία «διάλογοι», ευελπιστώντας να δοθεί συνέχεια. Κλείνοντας αυτή την εισαγωγή, παραθέτουμε τα λινκς για αμφότερα τα κείμενα (1), (2), στα οποία είναι αναγκαίο να ανατρέξετε, φίλτατοι αναγνώστες, εφόσον βέβαια φιλοδοξείτε να κατανοήσετε τα όσα πρόκειται να επακολουθήσουν. Στο κείμενο του, λοιπόν, ο βααλ υπογραμμίζει την ανάγκη να κινηθούμε προς την κατεύθυνση αυτού που θα μπορούσαμε να συνοψίσουμε ως μια «γείωση της θεωρίας», μια συνάντηση της με την πραγματικότητα, σημείο στο οποίο ο βααλ δίνει ιδιαίτερη έμφαση, αντιδιαστέλλοντας την πραγματικότητα αυτή με τις ιδέες. Βέβαια το ερώτημα που άμεσα ανακύπτει, σε εμάς τουλάχιστον, κατόπιν αυτής της διάκρισης αφορά τη φύση της πραγματικότητας αυτής, το από ποιόν διαμορφώνεται, από ποιόν νοηματοδοτείται. Γιατί ασφαλώς δεν υπάρχει σε αυτήν ένα εγγενές, αυθύπαρκτο νόημα. Κάθε κοινωνία συγκροτείται ως τέτοια, διαμέσου της δημιουργίας ενός κόσμου φαντασιακών σημασιών, οι οποίες καθορίζουν την πραγματικότητα, ενσαρκωνόμενες σε κάθε πτυχή της. Ο καπιταλισμός αναμφίβολα, όπως λέει ο βααλ είναι πραγματικότητα, είναι σχέση. Μια σχέση η οποία, για να το πούμε σε αδρές γραμμές, μεταφράζεται στην ανταλλαγή της δημιουργικής δύναμης του εργαζομένου με τη δυνατότητα απόκτησης εμπορευμάτων που βέβαια συμβαδίζει με την κεντρική θέση, την οποία η παραγωγή και οι οικονομία εν γένει καταλαμβάνουν στην υφιστάμενη κοινωνική θέσμιση. Με λίγα λόγια πρόκειται για όσα επιχειρήσαμε εκτενώς να καταδείξουμε στο κείμενο, και είναι μάλλον άσκοπο να επαναλάβουμε εδώ. Όπως επίσης στο κείμενο δώσαμε ιδιαίτερο βάρος στον εντοπισμό των σημασιών εκείνων που, έχοντας επικρατήσει, οδηγούν στις προαναφερθείσες συνέπειες, για να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι στην παρούσα συγκυρία που χαρακτηρίζεται από τη δραματική υπαναχώρηση του προτάγματος της αυτονομίας στα «καθήκοντα» μιας πολιτικής ομάδας, η οποία αυτοπροσδιορίζεται ως επαναστατική δίχως άλλο συγκαταλέγεται η δριμεία επίθεση ενάντια στις σημασίες αυτές, οι οποίες χαίρουν πλέον καθολικής, θα λέγαμε, αποδοχής. Επίσης στο κείμενο του βααλ προβάλλεται η βεβαιότητα ότι είναι το επαναστατικό κίνημα που, παρέχοντας απτές λύσεις ανταγωνιστικές ως προς την κυρίαρχη πραγματικότητα, προτάσσοντας μια άλλη, είναι αυτό που οδηγεί κάποιον στο να γίνει επαναστάτης και όχι οι ιδέες. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε εμείς συνιστούμε… ιστορικό παράδοξο, καθότι ούτε κανένα κίνημα διακρίνουμε να υφίσταται, ούτε και καμία «άλλη» πραγματικότητα –εκτός βέβαια και αν λογίζεται ως τέτοια η προσπάθεια του «χώρου» για απόδραση από την πραγματικότητα διαμέσου της υποκουλτούρας. Αυτή η «άλλη πραγματικότητα» δε κατά τη δική μας γνώμη ποτέ δεν υπήρξε. Το εργατικό κίνημα, φερ’ ειπείν, δεν ήταν μια «άλλη πραγματικότητα», υπήρξε πτυχή μιας πραγματικότητας, η οποία διακρινόταν από μια θεμελιώδη αντινομία. Η δε ανάδυση του οφείλετο, όχι στις «αντικειμενικές υλικές συνθήκες», στα κοινά συμφέροντα της εργατικής τάξης –ή, έστω, δεν απετέλεσαν αυτά τον καθοριστικό παράγοντα–, αλλά, όπως και η ανάδυση της εργατικής τάξης καθεαυτής, ως διαδικασίας αυτοδημιουργίας, στην πεποίθηση περί ύπαρξης κοινών συμφερόντων. Η κοινωνική ανθρωπολογία του εργατικού κινήματος για την οποία κάνουμε λόγο στο κείμενο μας ανήκει στο παρελθόν για τους λόγους που επιχειρήσαμε να αναλύσουμε στο «η πολιτικη…». Οι άνθρωποι, αντίθετα με ότι ισχυρίζεται ο βααλ στο κείμενο του, είναι ωφελιμιστές. Και αυτό όχι επειδή υφίσταται κάποια αναλλοίωτη εις το διηνεκές «ανθρωπινή φύση», αλλά επειδή απλούστατα κάθε κοινωνία που επιδιώκει να διαιωνίζεται ως έχει παράγει τον αντίστοιχο ανθρωπολογικό τύπο, ο οποίος ανταποκρίνεται στην επιδίωξη της αυτή. Αυτός ο ανθρωπολογικός τύπος που οι σύγχρονες κοινωνίες παράγουν πρέπει να έχει ανοσία στην ανοησία που τις χαρακτηρίζει. Πρέπει να αγνοεί τη ζωτική ανάγκη της ανθρώπινης ψυχής για νόημα. Είναι η επιδίωξη για διάσωση ενός νοήματος εκείνη που μπορεί να οδηγήσει το ανθρώπινο όν ακόμη και στη θυσία της βιολογικής του ύπαρξης, καθότι μιλάμε για ένα ζώο τρελό και καθόλου «ορθολογικό». Και η διάσπαρτη από «μάρτυρες» ιστορία του επαναστατικού κινήματος δεν συνάδει με τη θεωρία περί «λύσεων» που ωθούν τους ανθρώπους να γίνουν επαναστάτες. Κάθε άλλο. Την κάνει να φαντάζει αυθαίρετη. Στο «η πολιτική…» επιχειρήσαμε να αναλύσουμε τις διαδικασίες εκείνες που οδήγησαν στην αποσάθρωση του κοινωνικού ιστού και επομένως στην εξάλειψη των συνθηκών εκείνων που διαμόρφωσαν το πρόσφορο έδαφος για την άνθιση του κλασσικού εργατικού κινήματος. Ας ξεδιαλύνουμε εδώ μια παρεξήγηση που προέκυψε, αποσαφηνίζοντας ότι, αναφερόμενοι στη επικράτηση του αιτήματος περί «διαρκούς ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων», εννοούμε πως η προέλαση της ανάπτυξης, φέροντας ως προαπαιτούμενο την εγκαθίδρυση του ανταγωνισμού και του ατομικισμού, προϋποθέτει παράλληλα τη διάβρωση αξιών όπως η αλληλεγγύη και η κοινότητα. Αναφερόμαστε στην ηγεμονία του επί του συλλογικού φαντασιακού –η οποία ασφαλώς, πρέπει να πούμε, μιας και θίγεται από το βααλ, πως δεν άφησε ανεπηρέαστο και το εργατικό κίνημα. Η γραφειοκρατικοποίηση του δεν προέκυψε ερήμην του, αλλά κατέστη δυνατή ακριβώς εξαιτίας της εγκόλπωσης, της εσωτερίκευσης σε μεγάλο βαθμό των σημασιών που είναι σύμφυτες με αυτήν. Κατόπιν αυτής της διευκρινιστικής παρένθεσης ας επανέλθουμε στα περί «άλλης» πραγματικότητας. Εμείς αρεσκόμαστε να υπογραμμίζουμε ότι για να θέλει κανείς κάτι άλλο πρέπει να είναι σε θέση να το φανταστεί και, αντιστρόφως, δεν μπορεί κανείς να φανταστεί κάτι άλλο εάν δεν το θέλει. Και αρκεί να στρέψει κανείς το βλέμμα γύρω του για να διαπιστώσει ότι… καμιά από τις εν λόγω συνθήκες δεν πληρείται. Αυτό το οποίο φαντάζονται και επιθυμούν οι άνθρωποι σήμερα είναι αυτό που υπόσχεται η καταναλωτική κοινωνία. Αυτόν τον εγκλωβισμό της φαντασίας και ως εκ τούτου της δημιουργικότητας εντός των ασφυκτικών πλαισίων που ορίζονται από την παντοκρατορία της οικονομίας είναι που φιλοδοξούσαμε να καταδείξουμε μετερχόμενοι τον όρο «πραγμοποίηση». Ασφαλώς εμείς δεν ενστερνιζόμαστε αυτό το οποίο ο Μαρξ εννοεί με τον όρο αυτό. Αντίθετα θεωρούμε ότι ο εργαζόμενος δεν είναι «πράγμα», ότι ο καπιταλισμός δεν μπορεί να τον μετατρέψει σε τέτοιο και πως η επίτευξη του στόχου αυτού θα σήμαινε την κατάρρευση του ίδιου του καπιταλισμού. Κατάρρευση στην οποία θα συμπαρέσυρε δίχως άλλο τον ανθρώπινο πολιτισμό. Αυτό το οποίο θέλαμε να υπογραμμίσουμε με τη συγκεκριμένη –ενδεχομένως ασαφή και ανοιχτή σε παρερμηνείες, όπως οφείλουμε να παραδεχτούμε– διατύπωση είναι ο φόβος μας ότι αυτή η εγγενής τάση του καπιταλισμού τείνει να υλοποιηθεί. Και αυτός ο φόβος θεμελιώνεται στα σημάδια ατόνησης που παρουσιάζει η άλλοτε σθεναρή αντίσταση που οι άνθρωποι προέβαλλαν στην τάση αυτή, διεκδικώντας τη ενεργή συμμετοχή σε κάθε έκφανση της καθημερινής ζωής από ένα καθεστώς που τους αποκλείει από αυτήν. Υπό τις συνθήκες αυτές ακόμη και ο εθελοντισμός φαντάζει ως αμυδρή αχτίδα ελπίδας που δεν αρκεί όμως για να διασκεδάσει τους φόβους που προκαλεί –σε εμάς τουλάχιστον– αυτή η εποχή η διακρινόμενη από την παντελή στειρότητα και έλλειψη πρωτοτυπίας που εντοπίζουμε σε όλα τα πεδία της ανθρώπινης δημιουργίας. Εν μέσω αυτής της περιρρέουσας ατμόσφαιρας ασφαλώς και επιχειρούμε ανάμεσα σε όλα τ’ άλλα να κάνουμε τις ιδέες μας πράξη, οφείλει όμως κανείς να παραδεχτεί ότι αυτό δεν συνιστά το πλέον εύκολο έργο για μια ομάδα, η οποία αριθμεί… τρία μέλη –και η οποία, παρεμπιπτόντως, δεν μπορεί ποτέ να καταστεί πρωτοπορία, όπως αναφέρει ο βααλ, επειδή απλούστατα ποτέ δεν επεδίωξε κάτι που της μοιάζει απεχθές. Διανύουμε όπως φαίνεται μια περίοδο μεταβατική. Το τι μέλει να επακολουθήσει μένει να φανεί. Όμως ότι και να επακολουθήσει δεν μπορεί να ανάγεται σε ότι έχει προηγηθεί, να αποτελεί απλά ένα συνονθύλευμα φθαρμένων υλικών, καταλοίπων προγενέστερων κοινωνικοϊστορικών θεσμίσεων. Το εργατικό κίνημα, τα επαναστατικά κινήματα του παρελθόντος, ναι, ηττήθηκαν οριστικά, δεν μπορούμε, δεν θα αρκούσε ποτέ, να πιάσουμε το νήμα από εκεί που αφέθηκε. Κάτι τέτοιο θα συνεπαγόταν την άρνηση της ιστορίας ως κοινωνικής δημιουργίας. Είναι αναγκαία η αναζωογόνηση της ανθρώπινης φαντασίας. Οι ενδείξεις δεν αφήνουν πολλά περιθώρια αισιοδοξίας. Εκείνο στο οποίο μπορούμε να ελπίζουμε είναι το απροσδόκητο της ανθρώπινης δημιουργίας. Επιθυμούμε όσο τίποτε άλλο μια έκρηξη που, προκύπτοντας από το πουθενά, όπως ο Μάης του ΄68, θα έρθει και θα διαψεύσει, θα συντρίψει την πεσιμιστική μας διάθεση. Ως τότε ευελπιστούμε να συμβάλλουμε με όσες δυνάμεις έχουμε στον ερχομό αυτής της απρόσμενης επανάκαμψης της κοινωνίας στο προσκήνιο. Και όταν αυτή η επανάκαμψη συντελεσθεί, δεν θα λυπηθούμε καθόλου αν η πραγματικότητα θα μας έχει ξεπεράσει…
11 May 2008, 13:51 | Καλά σαράντα…
Καλά σαράντα…Μάιος του 2008 και πολύ μελάνι χύνεται, καθώς ο τύπος θεωρεί, προφανώς, πως έχει την υποχρέωση να τιμήσει τη συμπλήρωση 40 χρόνων από την έκρηξη του γαλλικού Μάη. Αφιερώματα γραμμένα κατά κανόνα σε ύφος πομπώδες και ενίοτε μελοδραματικό αποπνέουν την αίσθηση ότι οι συντάκτες τους θλίβονται βαθύτατα για την ήττα της εξέγερσης και θα εύχονταν η «κοινωνία του θεάματος» να είχε σαρωθεί από το κύμα της αμφισβήτησης που θα παρέσυρε και τους ίδιους στο πέρασμά του. Επιθυμούν δηλαδή τον αφανισμό τους ως γνήσιοι καταραμένοι ποιητές. Και την ίδια ώρα εμείς, το φιλοθεάμον κοινό, καλούμαστε να ταξιδεύσουμε νοερά σε έναν κόσμο που απαρτίζεται από τέτοιους ποιητές, από καταδικασμένους έρωτες, να παραδοθούμε σε μια νοσταλγική περιήγηση (nostalgia trip) ανάμεσα στα φλεγόμενα οδοφράγματα του Καρτιέ λατέν, υποβοηθούμενοι από αφιερώματα της κρατικής τηλεόρασης, ειδικά ένθετα και DVD, τα οποία μας προσφέρουν οι εφημερίδες και που όλα τους εμψυχώνονται αναμφίβολα από το πνεύμα της εξέγερσης. Και οι βαθυστόχαστες αναλύσεις συχνά συγκλίνουν στο συμπέρασμα πως τελικά όλοι έγιναν στελέχη επιχειρήσεων… Ωραία! Έτσι η φυσική τάξις των πραγμάτων αποκαθίσταται, για να εφησυχάσουμε κι εμείς. Καλώς έχουν τα πράγματα ως έχουν. Ο Μάης δεν ήταν κάτι παραπάνω από ένα εφηβικό ξέσπασμα που έλαβε χώρα, ούτως ώστε να μπορούμε εμείς σήμερα, ώριμοι πια, να έχουμε κανένα DVD να βλέπουμε τα σαββατοκύριακα. Σε αυτά συνηγορούν και οι βαρυσήμαντες εκτιμήσεις των διαφόρων τυχάρπαστων, ανεκδιήγητων τύπων που ο Τύπος φιλοξενεί στις σελίδες του προς επίρρωσιν των όσων προαναφέρθηκαν. Έτσι ο Κούνδουρος πχ αποφαίνεται με την αρμόζουσα χαιρεκακία του ανθρώπου που επιχειρεί να αυτοεξυψωθεί υποτιμώντας τους άλλους: κάτι κωλόπαιδα ήταν, γόνοι αστών που έκαναν το κέφι τους. Ας μας λύσει κι εμάς κάποιος την απορία. Από πότε η άποψη για το Μάη των σταλινικών, των εθνικιστών, των ομοφοβικών απέκτησε βαρύνουσα σημασία; Μα από τότε που το αποφάσισαν τα ΜΜΕ.Γιατί δεν ρωτούν και τον Πατακό τη γνώμη του; Αυτός είχε μεγαλύτερη σχέση με το Μάη, μιας και υπήρχε μια αφίσα που είχαν κυκλοφορήσει οι φοιτητές, όπου αναγράφονταν το όνομα του Ντε Γκωλ πλάι σε αυτά δικτατόρων της εποχής, συμπεριλαμβανομένου του #2 της ελληνικής χούντας. Όντως οι συνθήκες την εποχή εκείνη δεν υπήρξαν ευνοϊκές για τη διάδοση στην Ελλάδα των μηνυμάτων του ΄68. Ακόμη και αν δεχτούμε πως οι ιδέες που ενέπνευσαν τα ταραχώδη γεγονότα της χρονιάς εκείνης μεταλαμπαδεύτηκαν εκ των υστέρων και εδώ, ότι ο απόηχος τους έφτασε στα μέρη μας έστω και εξασθενημένος, η σημερινή εικόνα της ελληνικής κοινωνίας δεν αφήνει περιθώρια αμφιβολίας, για το ότι η όποια επιρροή τυχόν άσκησαν έχει προ πολλού εκλείψει. Αυτό καταμαρτυρούν με τον τρόπο που εκδηλώθηκαν οι κοινωνικές εντάσεις των τελευταίων ετών. Στον πυρήνα της εξέγερσης του Μάη του ΄68 βρίσκουμε την αμφισβήτηση απέναντι σε μια κοινωνία διχοτομημένη ανάμεσα σε διευθύνοντες και διευθυνόμενους, σε αυτούς που δίνουν εντολές και σε αυτούς που είναι επιφορτισμένοι με την εκτέλεση τους. Εντοπίζουμε την άρνηση των φοιτητών απέναντι στο ρόλο που τους επιφυλάσσεται στα πλαίσια της κοινωνίας αυτής. Κατά τη διάρκεια των δικών μας, περσινών φοιτητικών κινητοποιήσεων το σύνθημα που συνόψιζε τα αιτήματα, δεν ήταν άλλο από το «πτυχία με αξία», το οποίο είναι εμφανές ότι εξέφραζε τη χρησιμοθηρία, την εργαλειακή αντιμετώπιση της «γνώσης», την πρόθεση για εξαργύρωση του πτυχίου με την ανέλιξη στην ιεραρχία της καταναλωτικής κοινωνίας, τον πόθο για ενσωμάτωση στις υφιστάμενες δομές, όλα στον αντίποδα των όσων πρεσβεύει το «πνεύμα του ΄68». Αντίστοιχα στις κινητοποιήσεις για το ασφαλιστικό οι εργαζόμενοι όχι μόνο δεν αμφισβήτησαν τη θέση τους στην παραγωγή ως διεκπεραιωτές, αλλά –αυτά πάνε μαζί άλλωστε– αφέθηκαν στις παραδοσιακές, γραφειοκρατικές συνδικαλιστικές δομές, αρκούμενοι να ακολουθούν κάθε δίμηνο τις λιτανείες της ΓΣΣΕ, όντας ανίκανοι να συγκροτήσουν νέες διαδικασίες, απρόθυμοι να αναλάβουν πρωτοβουλίες. Ανέκαθεν βέβαια η ελληνική κοινωνία, διακηρύττοντας ότι «ανήκε εις τη Δύση», υπήρξε δεκτική ως προς το ένα εκ των δύο αντιφατικών στοιχείων που απαρτίζουν την κληρονομιά της τελευταίας. Το χειραφετησιακό πρόταγμα δεν τη γοήτευσε ιδιαίτερα, αφού αντιμαχόταν τη φυλασσόμενη ως κόρη οφθαλμού παράδοση. Αν και η τελευταία έγινε βορά της επελαύνουσας ανάπτυξης μαζί με την κοινότητα και την αλληλεγγύη, τα μόνα που απέμεναν στην κοινωνία αυτή.Η διάβρωση των αξιών και επομένως του κοινωνικού ιστού συνιστά ίδιον του καπιταλισμού, αναγκαία συνθήκη για την εδραίωση του, μα παράλληλα και ναρκοθέτηση των θεμελίων του. Θεμελιώδης αντίφαση, στην οποία θα αποπειραθούμε να ρίξουμε λίγο περισσότερο φως πιο κάτω. Στη διάβρωση των αξιών θα μπορούσαμε να πούμε ότι επεδόθη και ο Μάης του ΄68, με την πρόθεση να πετύχει την αντικατάσταση των αξιών αυτών από νέες σημασίες, στόχος που δεν επετεύχθη λόγω της ήττας του. Θα μπορούσαμε να ισχυρισθούμε πως επετεύχθησαν επιμέρους νίκες εναντίον φερ’ ειπείν των συντηρητικών, πουριτανικών ηθών. Θα μπορούσαμε όμως να πούμε ακόμα ότι η «απελευθέρωση των επιθυμιών» υπήρξε πρόσκαιρη. Οι σημερινές κοινωνίες βαυκαλίζονται για την ελευθερία τους. Όμως είναι σε θέση κανείς πίσω από τη λογοδιάρροια γύρω από το σεξ επί παραδείγματι να διακρίνει έναν νέου τύπου συντηρητισμό, μια εποχή κατ εξοχήν αντιερωτική. Το γυμνό είναι παντού, όμως τα σώματα αυτά της διαφήμισης μοιάζουν άυλα, σαν να μην έχουν υπόσταση. Το ανθρώπινο σώμα ασφυκτιά, καλούμενο να ανταποκριθεί στα ρετουσαρισμένα πρότυπα. Και ενώ αφήνεται να εννοηθεί ότι «όλα είναι επιτρεπτά», η φαντασία εγκλωβίζεται στο πεδίο που τα πρότυπα αυτά οριοθετούν. Επανερχόμενοι λοιπόν στην αντίφαση, για την οποία έγινε λόγος προηγούμενα, διαπιστώνουμε πως αυτή συνίσταται στο γεγονός ότι ο καπιταλισμός αφενός χρειάζεται για να λειτουργήσει τη δημιουργικότητα των ανθρώπων, αφετέρου χρειάζεται να την εντάξει στα στενά πλαίσια που εξυπηρετούν τη λειτουργία του και γι΄ αυτό την καταστέλλει. Αυτή η αντινομία εν τέλει οδηγεί στη σταδιακή ατροφία της δημιουργικότητας. Από το «η φαντασία στην εξουσία» περνάμε στο η φαντασία στην εξορία.Διερωτώμενοι, λοιπόν, για το πώς προσλαμβάνουν οι αναγνώστες του τύπου το φαινόμενο που εξετάζουμε, είμαστε αναγκασμένοι να υποθέσουμε, ότι σε μια κοινωνία όπου το καθετί αποτιμάται χρηματικά, η εξέγερση του ΄68 γίνεται αντιληπτή ως κάτι το ευτελές, αφού μπορείς να αποκτήσεις το DVD πληρώνοντας 2 ευρώ. Ακόμα δεν μπορούμε παρά να συμπεράνουμε, πως αυτή η ενασχόληση των μέσων με το Μάη του ΄68 οφείλεται ακριβώς στην ακινησία που χαρακτηρίζει τις μέρες μας. Όσο βαθύτερος είναι ο λήθαργος στον οποίο βυθίζεται η κοινωνία, όσο πιο περιορισμένη είναι η διάθεση να αλλάξουμε την πραγματικότητα, τόσο πιο «χαριτωμένα» ακούγονται συνθήματα όπως το «να είστε ρεαλιστές, να απαιτείτε το αδύνατο», για να διασκεδάζουν την ανία. Τις 8 Μαΐου του 1968 το Παρίσι βρισκόταν σε αναβρασμό. Μετά δύο μέρες η νύχτα της 10ης Μάιου έμελλε να μείνει γνωστή ως «η νύχτα των οδοφραγμάτων». Φέτος στις 8 Μαΐου μέλλει να απαντηθεί το ερώτημα: «χρειάζεται ο κόσμος ένα νέο Μάη;». Σχήμα λόγου το θέατρο του παραλόγου. Την απάντηση θα μας δώσει ο κος Αλέξης Τσίπρας στην εκπομπή του κου Στέλιου Κούλογλου. Βέβαια αν ήταν νέος, δεν θα ήταν Μάης. Αλλά αυτά είναι λεπτομέρειες! Εδώ δεν μιλάμε για ιστορία, μιλάμε για τηλεοπτικό χρόνο… ytonomoikerkyras@yahoo.com
23 Apr 2008, 12:39 | Η πολιτική υπό την απειλή της βαρβαρότητας
Η πολιτική υπό την απειλή της βαρβαρότητας Θέσεις για την τρέχουσα ιστορική συγκυρία και το πώς αντιλαμβανόμαστε το ρόλο μας ως πολιτική ομάδα εν μέσω αυτής Τον περασμένο Μάρτιο η ομάδα μας συμπλήρωσε αισίως 2 χρόνια ζωής (μπράβο μας, να τα χιλιάσουμε!) Στο χρονικό αυτό διάστημα της έως τώρα παρουσίας μας δεν υπήρξαν λίγες οι φορές εκείνες, οπού γίναμε αποδέκτες θετικών, ενίοτε μάλιστα εκθειαστικών σχολίων για τα κείμενα μας και τη γενικότερη δράση μας. Όμως τίποτε –ή ελάχιστα, έστω– πέρα από αυτό. Οι όποιες ενέργειες μας, συμπεριλαμβανομένων προτροπών μας για ανάληψη πρωτοβουλιών στο χώρο του πανεπιστημίου, όπου ορισμένοι από εμάς κινούμαστε, διαμέσου της θέσπισης αμεσοδημοκρατικών διαδικασιών, έτυχαν κάθε άλλο παρά ενθουσιώδους υποδοχής. Και βέβαια ακόμη κι αν υπήρξαν εκείνοι που εκφράστηκαν εγκωμιαστικά, αρνούμενοι, ωστόσο, να εκδηλώσουν και έμπρακτα τη συμπάθεια τους, δεν έλειψαν και όσοι έστρεψαν εναντίον μας τα βέλη της κριτικής τους. Ανάμεσα σε αυτούς ορισμένοι οφείλουμε να αναγνωρίσουμε, ότι το έκαναν με καλή προαίρεση, επιδιώκοντας προφανώς να συμβάλλουν με τρόπο εποικοδομητικό στη διεξαγωγή του διαλόγου που και για εμάς αποτελεί ζητούμενο. Δεν μπορούμε, δυστυχώς, να ισχυριστούμε βάσιμα, πως ήταν η πλειοψηφία. Δεν είμαστε όμως μεμψίμοιροι. Ήδη, άλλωστε, από την αφετηρία του εγχειρήματος αυτού δεν τρέφαμε υπέρμετρες προσδοκίες για την απήχηση της οποίας αυτό θα έχαιρε, όντας αντίθετα πεπεισμένοι, ότι εν πολλοίς θα συναντούσαμε την αδιαφορία. Όποιος έχει μια κάποια επαφή με την έως τώρα πορεία μας, θα είναι σε θέση να επιβεβαιώσει, πως διαθέτουμε μια στοιχειώδη συναίσθηση της πραγματικότητας, κάτι το οποίο, νομίζουμε, αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι τη σκιαγραφούμε στα κείμενα μας με μελανά χρώματα. Η ανάλυση της πραγματικότητας αυτής αποτελεί άλλωστε και έναν από τους σκοπούς του παρόντος κειμένου, ενώ με τη μάλλον μακροσκελή εισαγωγή επιχειρείται να καταστούν σαφή τα όσα στάθηκαν αφορμή για τη συγγραφή του. Αυτά συνοψίζονται στα ερωτήματα που μας έχουν τεθεί επανειλημμένως και στα οποία φιλοδοξούμε να δώσουμε μια εμπεριστατωμένη απάντηση. Ερωτήματα στα οποία συγκαταλέγονται τα κάτωθι ενδεικτικά που μας έχουν απευθύνει στις πρόσφατες εκδηλώσεις μας, αδιαφορώντας για το θέμα των τελευταίων, κυρίως άτομα από των αναρχικό/αντιεξουσιαστικό χώρο, όπως και αυτόν της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς: «Καλά όλα αυτά, αλλά στην πράξη τί κάνουμε;», «εμείς αυτά τα ξέρουμε, αλλά ο απλός κόσμος πως θα τα καταλάβει;» «ωραίες οι θεωρίες, αλλά τί τον νοιάζουν τον κόσμο;». Παράλληλα θα επιδιώξουμε να αποσαφηνίσουμε –στο μέτρο που κάτι τέτοιο είναι εφικτό στα πλαίσια ενός, εκτενούς έστω, κειμένου– το πώς αντιλαμβανόμαστε το ρόλο μας ως πολιτική ομάδα εν μέσω της παρούσης συγκυρίας. Τον κόσμο, λοιπόν, μπορεί να μην τον νοιάζουν «όλα αυτά». Σημαίνει άραγε αυτό, ότι δεν πρέπει να απασχολούν ούτε εμάς; Γιατί εμείς, –όπως, βάσει των ισχυρισμών τους και αυτοί που δυσπιστούν απέναντι μας– επιδιώκουμε τον κοινωνικό μετασχηματισμό –το πώς τον αντιλαμβανόμαστε θα το διευκρινίσουμε στη συνέχεια. Και αφού θέλουμε να αλλάξει η κοινωνία, χρειαζόμαστε τη «θεωρία», μιας και οφείλουμε να εντοπίσουμε –και όχι να εφεύρουμε– τα ρεύματα εκείνα, τις υφέρπουσες τάσεις που αντιμάχονται τον καπιταλισμό, που αμφισβητούν την παρούσα κοινωνική θέσμιση. Και, ω του θαύματος, η αναζήτηση αυτή αποβαίνει άκαρπη. Τέτοιο ρεύμα δεν συνιστούν για παράδειγμα, όπως κάποιοι διατείνονται, οι ΜΚΟ, οι οποίες φαντάζουν περισσότερο ως μια απόπειρα να σωθούν τα γυναικόπαιδα από ένα βυθιζόμενο πλοίο. Είναι, άλλωστε, ενδεικτικό το ότι οι συμμετέχοντες σε αυτές είναι κατά το μεγαλύτερο ίσως ποσοστό μεσήλικες, οι οποίοι, έχοντας βιώσει την ήττα των κοινωνικών κινημάτων, επιχειρούν τώρα να περισώσουν ότι μπορούν. Ασφαλώς δεν απορρίπτουμε τη συστράτευση με τέτοιες κινήσεις, προκειμένου να συγκροτηθεί ένα αποτελεσματικότερο «μέτωπο αντίστασης» σε ζητήματα οικολογικά επί παραδείγματι. Όμως ο δικός μας ρόλος, όπως είναι φυσικό για μια ομάδα που αυτοπροσδιορίζεται ως επαναστατική, δεν επιθυμούμε να περιορίζεται στα πλαίσια αυτά. Αλλά τα πρώτα σκιρτήματα ενός επαναστατικού κινήματος είναι, για εμάς τουλάχιστον, εξίσου δυσδιάκριτα στον επονομαζόμενο αντικαπιταλιστικό χώρο. Στα όσα μας ωθούν προς αυτή μας τη διαπίστωση, όμως, θα επανέλθουμε στη συνέχεια του κειμένου. Εκείνο που πρέπει προηγούμενα να μας απασχολήσει, δεν είναι άλλο από τη διερώτηση αναφορικά με το ποιες είναι οι διαδικασίες εκείνες, οι οποίες, εκτυλισσόμενες, συνιστούν τη γενεσιουργό αιτία των όσων μέχρι στιγμής συμπεράναμε. Και η αιτία αυτή οφείλει να αναζητηθεί κατά τη γνώμη μας στη μονοκρατορία του καπιταλιστικού φαντασιακού, τη συνοδευόμενη από τη ραγδαία υπαναχώρηση των κοινωνικών κινημάτων. Την έκλειψη του χειραφετησιακού προτάγματος προς όφελος του φαντασιακού της απεριόριστης επέκτασης της «ορθολογικής κυριαρχίας». Η σύμφυτη με το φαντασιακό αυτό, κατάφωρα ανορθολογική επιδίωξη για ολοένα αυξανόμενη κυριαρχία επάνω στη φύση και τον άνθρωπο, φαίνεται να οδεύει προς την κάμψη του μόνου εμποδίου στο οποίο προσκρούει. Ο καπιταλισμός, η κεντρική αντίφαση του οποίου έγκειται στο γεγονός ότι επιδιώκει την «πραγμοποίηση» του ανθρώπου, ενώ εξαρτάται παράλληλα από το ανθρώπινο στοιχείο, μοιάζει να πετυχαίνει το στόχο του καταστρέφοντας τη δημιουργική ικανότητα του ανθρώπινου όντος, την οποία είχε προηγούμενα προσδέσει στο άρμα του, καθυποτάσσοντας την στην παραγωγή και την οικονομία εν γένει, δραστηριότητες τις οποίες ανάγει σε αυτοσκοπό. Η διαβρωτική του δράση έχει ως παρεπόμενο την καταστροφή των στοιχείων εκείνων, τα οποία, όντας καρποί προγενέστερων κοινωνικοϊστορικών θεσμίσεων, εξασφάλισαν την έως τώρα επιβίωση του, δεδομένης της αδυναμίας του για νέες δημιουργίες. Απόρροια των όσων προαναφέρθηκαν, είναι αυτό που ο Κορνήλιος Καστοριάδης περιέγραψε ως την άνοδο της ασημαντότητας, η οποία απειλεί να γίνει καθεστώς στις δυτικές κοινωνίες που μαστίζονται από την αδυναμία δημιουργίας νέων σημασιών, από την ανικανότητα να προσδώσουν, ως οφείλουν, νόημα στην ύπαρξη τους. Το τέλμα, η οικτρή κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει, η επαπειλούμενη κατάρρευση τους επιτάσσει και πάλι την προσφυγή στη «θεωρία». Το καθήκον μιας επαναστατικής πολιτικής ομάδας συνίσταται εν προκειμένω στην προσπάθεια αποδόμησης των κυρίαρχων «αξιών», του παραγωγισμού, της τεχνικής προόδου, του οικονομισμού, της ανάπτυξης, στην καταπολέμηση της εξευτελιστικής αντίληψης που αντιμετωπίζει τον άνθρωπο ως ένα ζώο προοριζόμενο να παράγει και να καταναλώνει και στη συμβολή στην ανάδυση νέων σημασιών, των οποίων η δημιουργία ασφαλώς αποτελεί «αρμοδιότητα» της ίδιας της κοινωνίας και μπορεί να επιτευχθεί διαμέσου της αναζωογόνησης του προβληματισμού, της τόνωσης της παραπαίουσας δημιουργικής δύναμης των ανθρώπων. Η διαβρωτική δράση του καπιταλισμού, για την οποία ήδη μιλήσαμε, υπήρξε έκδηλη στην περίπτωση της αποσύνθεσης των στοιχείων εκείνων, τα οποία διαμόρφωσαν το πλαίσιο, εντός του οποίου συντελέστηκε η συγκρότηση –ή πιο σωστά κατέστη δυνατή η αυτοσύσταση– της εργατικής τάξης και η συνακόλουθη ανάδυση του κλασσικού, επαναστατικού εργατικού κινήματος. Το αίτημα της «διαρκούς ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων» απέβη καταστροφικό για τα απότοκα της εν λόγω διαδικασίας αυτοδημιουργίας, μη εξαιρουμένου ασφαλώς του ανθρωπολογικού τύπου, ο οποίος ενσάρκωσε την κοσμογονία αυτή. Και αυτό γιατί η προέλαση της ανάπτυξης φέρει ως προαπαιτούμενο την καταστρατήγηση κάθε έννοιας αλληλεγγύης, την απαξίωση κάθε έκφανσης κοινοτικής ζωής, ούτως ώστε να διαμορφωθεί το πρόσφορο έδαφος για την παγίωση του ατομικισμού, του ανταγωνισμού και την υποκατάσταση από το οικονομικό κάθε άλλου κινήτρου. Τα σημερινά μορφώματα του αντικαπιταλιστικού χώρου δεν μπορούν να ιδωθούν ως συνέχεια του κλασσικού εργατικού κινήματος. Συνιστώντας τον απόηχο σε μεγάλο μέρος τους των νεολαιίστικων εξεγέρσεων του ’68, η συγγένεια τους με τις τελευταίες είναι αυστηρά εξωτερική, φαινομενική. Και αυτό γιατί, ενώ τα κινήματα του ΄68 εξέφρασαν την ουσιαστική και αυθεντική εναντίωση στην αποσάθρωση του κοινωνικού ιστού, η οποία λάμβανε χώρα στους κόλπους της τότε νεότευκτης «κοινωνίας της αφθονίας», αμφισβητώντας τις θεμελιώδεις σημασίες της, εκείνοι οι οποίοι σήμερα ισχυρίζονται, ότι ασχολούνται με την επαναστατική πολιτική, συνιστούν αντίθετα σύμπτωμα της. Αποτελούν σύμπτωμα της κρίσης της διαδικασίας ταύτισης, της κρίσης της διαδικασίας εκκοινωνισμού, εναντίον των οποίων εμφανίζονται ανήμποροι να αρθρώσουν ουσιαστικό αντίλογο. Αντ’ αυτού οι ομαδοποιήσεις του ευρύτερου αντικαπιταλιστικού χώρου είναι το πλέον σύνηθες να δρουν συγκαληπτικά της διάρρηξης του κοινωνικού ιστού, λειτουργώντας ως υποκατάστατα, παρέχοντας απλά στα μέλη τους τη ψευδαίσθηση του «ανήκειν», ικανοποιώντας την επιθυμία τους να διαφοροποιηθούν από το υπόλοιπο κοινωνικό σώμα, «διαφοροποίηση» η οποία επίσης, καταφανώς αποτελεί αυταπάτη, επιδιωκόμενη διαμέσου της υιοθέτησης συμπεριφορών που υπάγονται στην κατηγορία του lifestyle. Το κατά πόσο αυτό είναι «εναλλακτικό», ελάχιστα ενδιαφέρει. Για να παραφράσουμε ένα γνωστό αναρχικό σύνθημα, το «αναρχικό» lifestyle είναι μαγικό. Από νούμερο σε κάνει «επαναστάτη». Συνιστά, λοιπόν, ειρωνεία, οξύμωρο, δεδομένης της υποταγής του ευρύτερου χώρου αυτού στη λογική της υποκουλτούρας ως έκφρασης του διαμελισμού του κοινωνικού σώματος, του κατακερματισμού του σε πληθώρα υποδιαιρέσεων, η διαρκής – σε σημείο οπού γίνεται ιδεοληπτική– επίκληση της «αλληλεγγύης». Πρόκειται προφανώς για μια λειτουργία που θα μπορούσε να οριστεί ως υπεραναπλήρωση κατά τα πρότυπα λειτουργίας της αγοράς και της διαφήμισης, οπού η ζήτηση και η προβολή ενός εμπορεύματος ή μιας υπηρεσίας είναι αντιστρόφως ανάλογη της παρουσίας του συστατικού, του οποίου συνιστά υποκατάστατο, στη ζωή των κοινωνιών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα μπορούμε να αντλήσουμε από το γεγονός ότι, ίσως ο πλέον κερδοφόρος κλάδος του τριτογενούς τομέα είναι αυτός της παροχής υπηρεσιών τηλεπικοινωνιών, τη στιγμή που –και για λόγους που ήδη παραθέσαμε– στις δυτικές κοινωνίες παρουσιάζεται ανυπολόγιστο έλλειμμα επικοινωνίας. Όσο λιγότερο επικοινωνούν οι άνθρωποι, τόσο περισσότερα πακέτα κινητής τηλεφωνίας καταναλώνουν. Κατά πλήρη αντιστοιχία, όσο περισσότερο καταβαραθρώνεται η υπόληψη της οποίας απολαμβάνει η κοινότητα, τόσο αυξάνεται και η ένταση των κραυγών περί αλληλεγγύης, πράγμα που θα έμοιαζε λογικό, εφόσον βέβαια η έλλειψη της τελευταίας δεν διέκρινε σε πλείστες όσες περιπτώσεις τις σχέσεις που αναπτύσσονται στο εσωτερικό των ομάδων που την ανάγουν σε απόλυτο –στα λόγια στην πλειονότητα των περιπτώσεων. Σχέσεις οι οποίες ποσώς απέχουν από του να αντιστοιχούν στο χαρακτήρα που προσλαμβάνουν αυτές στο εσωτερικό μιας οποιασδήποτε παρέας, διεπόμενες από τους εκάστοτε ιδιαίτερους κώδικες. Με άλλα λόγια η απουσία στοιχειώδους σοβαρότητας, υπευθυνότητας, διάθεσης για δέσμευση, όντας πρόδηλη στο σύνολο της κοινωνίας, είναι κάτι παραπάνω από έκδηλη και στο εσωτερικό των «επαναστατικών» ομάδων, συνθέτοντας ένα μάλλον εχθρικό περιβάλλον για την εκδίπλωση της αλληλεγγύης. Αντιπαρερχόμενοι τη μομφή περί «αυταρχικότητας», η οποία εκτοξεύεται εναντίον μας, όταν στηλιτεύουμε την προαναφερθείσα χαλαρότητα, ας επιχειρήσουμε σε αυτό το σημείο να δούμε, πως εκφράζεται η περιβόητη αλληλεγγύη. Συνήθη πρακτική αποτελεί η συμπαράσταση σε κινήσεις κατοίκων για τους δημόσιους χώρους επί παραδείγματι. Η αντίληψη η οποία συνοψίζεται στην πεποίθηση, ότι διαμέσου της κοινής σύγκρουσης με την εξουσία θα αποκαλυφθεί ξάφνου «το φως το αληθινό» της επανάστασης, σε όσους «θέλουν αλλά δεν ξέρουν πώς ή δεν μπορούν να εξεγερθούν», εκτός του ότι είναι εξόφθαλμα ανεδαφική, για λόγους που θα θιγούν στη συνέχεια, προδίδει ταυτοχρόνως μια προσκόλληση στο δόγμα που προσεγγίζει την πολιτική ως «συνέχιση του πολέμου με άλλα μέσα». Αυτός ο φετιχισμός της σύγκρουσης καθιστά τους φορείς του εξαιρετικά κοντόφθαλμους, για να μπορέσουν να διακρίνουν το ρόλο που διαδραματίζουν οι κοινωνικές φαντασιακές σημασίες. Μένοντας στο συγκεκριμένο παράδειγμα, οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι η καταστρατήγηση των δημόσιων χώρων προϋποθέτει την προηγούμενη «φαντασιακή» υποτίμηση της αξίας τους. Η έννοια του δημόσιου χώρου καθίσταται κενό γράμμα, όταν ο δήμος καθ’ εαυτός, η ίδια η κοινωνία περιπίπτει στην πλήρη ανυποληψία. Χάνει την «αυτοεκτίμηση» της. Όταν η συναναστροφή μεταξύ των ανθρώπων τείνει να αντιμετωπίζεται περίπου ως «αναγκαίο κακό». Αναδεικνύεται επομένως η καθοριστική ευθύνη της κοινωνίας και η ανάγκη για ριζική επαναδιαπραγμάτευση των προτεραιοτήτων της. Ένας τέτοιος επαναπροσδιορισμός, όπως είναι φυσικό, επιτάσσει την προώθηση του διαλόγου. Όμως όσοι προκρίνουν την ιδιότυπη «έμπρακτη προπαγάνδα», αφού πρώτα αποδώσουν σε εμάς που προτάσσουμε το διάλογο τον κοσμητικό χαρακτηρισμό «φιλόλογοι», διατείνονται ότι όλα αυτά είναι περιττολογίες. Αυτή τους η αντιμετώπιση του διαλόγου ως μπελά ενέχει μια θεμελιώδη αντίφαση, εάν αναλογιστεί κανείς ότι επικαλούνται την επανάσταση –το πώς την αντιλαμβάνονται θα το εξετάσουμε στη συνέχεια. Διερωτώμεθα, λοιπόν: πως άραγε θα λαμβάνονται οι αποφάσεις στη «μεταεπαναστατική κοινωνία» και από ποιόν; Εάν, όπως διατείνονται –και όπως είναι το ζητούμενο–, θα λαμβάνονται συλλογικά κατόπιν διαλόγου, δεν είναι απαραίτητο εκείνοι –δηλαδή το σύνολο της κοινωνίας– που θα καλούνται να συναποφασίζουν στο μέλλον να μυούνται από τώρα στο διάλογο; Για εμάς ο διάλογος δεν μπορεί, ασφαλώς, να αντιμετωπίζεται «χρησιμοθηρικά», αλλά οφείλει, αντίθετα, να του αναγνωρίζεται η σημασία που φέρει καθ’ εαυτός. Μια άλλη μομφή, την οποία ουκ ολίγες φορές έχουν εξαπολύσει εναντίον μας, είναι ότι είμαστε «ελιτιστές». Τον ισχυρισμό αυτό συχνά βασίζουν στον τρόπο γραφής μας, τον οποίο βρίσκουν «δυσνόητο». Οι ίδιοι βέβαια που προβαίνουν στην εν λόγω διαπίστωση, συμπληρώνουν, πως αυτοί μια χαρά τα καταλαβαίνουν τα κείμενα μας, αλλά διατείνονται, ότι «οι απλοί εργάτες», «ο απλός κόσμος» δεν θα το κατορθώσει. Κατά τα άλλα οι ελιτιστές είμαστε εμείς και όχι εκείνοι που θεωρούν όλους τους άλλους λίγο - πολύ καθυστερημένους. Εμείς, απλά κοιτάζοντας γύρω μας, διακρίνουμε ως μόνο εμπόδιο στην κατανόηση των κειμένων μας την απροθυμία του κόσμου να τα κατανοήσει, τη σύμφυτη με την αδιαφορία του για την πολιτική. Είμαστε δε πεπεισμένοι, ότι εάν κάποιος πραγματικά νοιάζεται, ακόμα και αν… δεν γνωρίζει κάποια λέξη, θα κάνει και μια δεύτερη προσπάθεια και θα συλλάβει τη σημασία της από τα συμφραζόμενα. Είναι αυτονόητο για εμάς, ότι απευθυνόμαστε σε ανθρώπους που επιδεικνύουν έστω ένα στοιχειώδες ενδιαφέρον για την πολιτική και δεν είμαστε διατεθειμένοι να κάνουμε την παραμικρή υπαναχώρηση στο ζήτημα της γλώσσας, η οποία θα συνεπαγόταν αυτομάτως την υποταγή μας στα όσα υπαγορεύει η ασημαντότητα, όπως αυτή εκφράζεται στο πεδίο αυτό, ευνοώντας τον ξύλινο λόγο. Είναι άραγε αυτός, ο λόγος της ιδεολογίας, πιο εύληπτος από τις «μάζες»; Μας καταλογίζουν εν τέλει ότι είμαστε «όλο λόγια». Σκέτη «θεωρία» και από «πράξη» τίποτα. Γιοκ. Και είναι αναμφισβήτητα εξοργιστική αυτή η τεχνητή, επίπλαστη, παραπλανητική με τον τρόπο που γίνεται διάκριση ανάμεσα στη θεωρία και την πράξη. Εμείς σε καμία περίπτωση δεν αντιλαμβανόμαστε τη θεωρία ως μια «αποστασιοποιημένη», «ψύχραιμη» παρατήρηση του κοινωνικοϊστορικώς γενόμενου. Δεν έχουμε ανέβει σε κανένα λοφάκο να κοιτάμε με τα κιάλια από απόσταση ασφαλείας. Όποιος, άλλωστε, πιστεύει, πως είναι εφικτό κάτι τέτοιο, απατάται οικτρά δίχως αμφιβολία. Εμείς αναγνωρίζουμε, ότι αυτό το οποίο λέμε εξαρτάται, επηρεάζεται άμεσα από αυτό που συμβαίνει και αυτό που έχει συμβεί και επίσης ευελπιστούμε να συμβάλει με θετικό τρόπο, ούτως ώστε να συμβεί εκείνο που εκτιμούμε πως θα μπορούσε να συμβαίνει. Στο μέτρο αυτό η θεωρία μας είναι, θα μπορούσαμε να πούμε, μια θεωρία «πρακτική». Και άλλωστε πως θα νομιμοποιούταν –και βάσει ποιών επιχειρημάτων– κάποιος να ισχυριστεί, ότι η συγγραφή κειμένων, το μοίρασμα τους, οι αφίσες, οι οργάνωση ανοιχτών συζητήσεων δεν αποτελούν πράξη με, τον ίδιο τρόπο που πράξη συνιστά η συμμετοχή σε κινητοποιήσεις, η προσπάθεια για παρέμβαση στου χώρους οπού κινούμαστε κλπ; Μονάχα όποιος, βάσει των προσεγγίσεων που σκιαγραφήσαμε πριν, θεωρεί την πολιτική ταυτόσημη του ακτιβισμού. Εμείς πάλι τη βλέπουμε ως συνώνυμη της διακίνησης ιδεών. Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν την πολιτική ως το πεδίο της γνώμης –κάτι το οποίο, σημειωτέον, δεν πρέπει επ’ ουδενί να εννοηθεί ως εγκόλπωση του σχετικισμού, μιας και το ότι δεν αναζητούμε κάποια «απόλυτη αλήθεια», δεν αναιρεί την ανάγκη η σκέψη μας να διέπεται από μια αυστηρή λογική– και η θεώρηση μας αυτή, όπως είναι ευνόητο, βρίσκεται σε πλήρη αντιδιαστολή με την πολιτική κουλτούρα του μαρξισμού - λενινισμού. Το θλιβερό προνόμιο του φορέα αυτής της τελευταίας δεν έχει ως κατόχους μονάχα τα διαρκώς συρρικνούμενα γκρουπούσκουλα της εξωκοινοβουλευτικής –ή, βέβαια, της κοινοβουλευτικής, η οποία όμως δεν είναι εδώ το θέμα μας– αριστεράς, καθένα από τα οποία διεκδικεί για τον εαυτό του κατ’ αποκλειστικότητα τις δάφνες της «ορθοδοξίας». Το λείψανο, το απολίθωμα του μπολσεβικισμού φέρει ως νεκρό βάρος στους ώμους και η πλειονότητα του ευρύτερου αναρχικού/αντιεξουσιαστικού/αυτόνομου «χώρου». Γεγονός φαινομενικά παράδοξο, αλλά ευκόλως ερμηνεύσιμο, δεδομένων των «καταβολών» του «χώρου» αυτού, ο οποίος έκανε την εμφάνιση του τη δεκαετία του ΄70, ξεπηδώντας από τους κόλπους του κκε και των πολυάριθμων παραφυάδων - αιρέσεων του. Η θητεία αυτή άφησε ανεξίτηλα τα σημάδια της που, συνδυαζόμενα με τη lifestyle υποκουλτούρα, συνθέτουν ένα μίγμα απείρως εκρηκτικότερο και από την πιο «καυτή» μολότοφ. Ως συνέπεια αυτού του «μπολιάσματος» η λογική της πρωτοπορίας είναι πανταχού παρούσα. Λογική στις ρίζες, στον πυρήνα της οποίας κρύβεται μια αντίληψη για την επανάσταση που ομοιάζει με την προσμονή της δευτέρας παρουσίας. Οι θεολογικοί συνειρμοί δεν σταματούν εδώ. Οι βασικοί αρμοί της ιουδα
23 Apr 2008, 09:32 | Πυρετώδεις προετοιμασίες καθώς η πόλη προσμένει την έλευσιν του σωτήρος
Ανταποκρινόμενοι στο πάνδημο σχετικό αίτημα, επανακυκλοφορήσαμε το περίφημο πασχαλινό μας αυτοκόλλητο με νέα, βελτιωμένη σύνθεση. Για να διαβάσετε το κείμενο χωρίς να βγάλετε τα μάτια σας κάντε διπλό κλικ επάνω στην εικόνα.